Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015

Το μανιφέστο της καύλας

ΕΡΙΣ ΛΥΟΜΕΝΗ

Η καύλα είναι αγνή, καθολική και αναμάρτητος. Αγνή γιατί πηγάζει κατευθείαν από την ψυχή χωρίς να μπορούν να την τιθασεύσουν τα ανεριστικά φίλτρα του μυαλού. Καθολική γιατί την νιώθει κάθε ον σε αυτή τη γη. Αναμάρτητος γιατί δε λαθεύει ποτέ, δεν αμφισβητείται και δεν παρεξηγείται: την καύλα πολλοί την περνούν για έρωτα, τον έρωτα δεν τον περνά για καύλα κανείς.

Η καύλα είναι πανταχού παρούσα: στροβιλίζει το μυαλό σου και χορεύει με τα σώψυχά σου. Σε κάνει να περπατάς, να ονειρεύεσαι, να σκέφτεσαι και να δρας.

Η καύλα σε ωθεί να ζεις.

Η καύλα δεν είναι μόνο σεξουαλική· είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής. Η καύλα είναι ενθουσιασμός, μεράκι και δίψα για ζωή. Η καύλα είναι όρεξη, ελευθερία κι ευχαρίστηση.

Η καύλα είναι δύναμη.

Η καύλα είναι παρεξηγημένη. Έχει κατηγορηθεί ως φτηνή, ζωώδης και στιγμιαία. Της φόρεσαν ψεύτικες φορεσιές ρομαντικών ιδεών, την έκαψαν στην πυρά, προσπάθησαν να την τιθασεύσουν με μαστίγια, μετάνοιες και ηθικοκοινωνικούς φραγμούς.

Η καύλα, όμως, δεν είναι εξιδανικευμένη. Βρίσκεται στο εδώ και στο τώρα, χωρίς να αναλώνεται σε υποθέσεις, αναλύσεις και εμμονές. Η καύλα δε γουστάρει να κοιτάει πράγματα κι ανθρώπους με το τηλεσκόπιο, απεχθάνεται τα αδειανά πουκάμισα και τα τινάγματα των πεταλούδων.

Η καύλα δεν είναι φτηνή, γιατί είναι ειλικρινής, ωμή και ατόφια: σιχαίνεται τα ψέματα, το φόβο, τα πρέπει και τις κάθε είδους συμβάσεις. Δε γουστάρει βολέματα, πειθαρχίες και ωχαδερφισμούς. Κάνει πέρα τους δειλούς, τους άτολμους, τους βολεμένους και τους βουτυρομπεμπέδες.

Η καύλα δεν είναι στιγμιαία: η καύλα είναι αθάνατη. Πηγάζει απ’ τη ζωή και χορεύει με το θάνατο. Όσο η γη γυρίζει, θα υπάρχει καύλα, γιατί η γη γυρίζει από καύλα. Η καύλα δεν είναι η πεταλούδα που θα καεί απ’ τη φωτιά· η καύλα ανάβει τη φωτιά. Η καύλα δεν πεθαίνει· χάνεται μόνο όταν πάψει να υπάρχει θέληση.

Η καύλα δεν είναι μία έννοια πολυσύνθετη: απλώς υπάρχει.

Βρίσκεται στα χαμόγελα των ανθρώπων και πίσω από κάθε λαμπρή ιδέα. Βρίσκεται στα κορμιά των εραστών και στις εμπνεύσεις των συγγραφέων. Βρίσκεται στις λέξεις των ποιητών, στις μελωδίες των μουσικών και στο γέλιο των παιδιών. Βρίσκεται στα πινέλα των ζωγράφων, στα “εύρηκα” των εφευρετών και στα χέρια των χτιστών. Βρίσκεται στις ιαχές των πολεμιστών και στο διαλογισμό των μυστών. Βρίσκεται στα πέταλα των λουλουδιών και στο βόμβο των μελισσών, στις στάλες της βροχής, στον κεραυνό, τη βροντή, την ελπίδα και την απελπισία.

Είσαι εδώ λόγω της καύλας και λόγω της καύλας ζεις, υπάρχεις κι αναπνέεις.Κι αφού γεννήθηκες λόγω της καύλας, ζήσε και πέθανε με καύλα.

Περπάτησε με καύλα και όλος ο κόσμος θα γίνει δικός σου.

Χαμογέλασε με καύλα και δε μαλώσεις ποτέ.

Δούλεψε με καύλα και δε θα κουραστείς.

Γέλα με καύλα και θ’ αργήσεις να κλάψεις ξανά.

Κλάψε με καύλα και θα γελάσεις ξανά σύντομα.

Γάμα με καύλα και νιώσε.

Νιώσε με καύλα και ζήσε.

Ζήσε με καύλα και πέθανε ευτυχισμένος.

Τάδε έφη Έρις και αυτός είναι ο νόμος (ή και όχι).
πηγή: Ραμνουσια

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2015

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟ KOBANE



Περισσότεροι άνθρωποι επιστρέφουν στην Kobane αφότου αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη μετά τις επιθέσεις από τις συμμορίες του ISIS που ξεκίνησαν στις 15 Σεπτεμβρίου 2014. Περίπου 175.000 κάτοικοι της πόλης έχουν επιστρέψει στα σπίτια τους κατά τη διάρκεια των τελευταίων εννέα μηνών.

Η κυρίως κουρδική πόλη του Δυτικού Κουρδιστάν, Rojava, είχε πληθυσμό 250.000 πριν από την έναρξη του εμφυλίου πολέμου στη Συρία, οι οποίος αυξήθηκε έως και 450 χιλιάδες με τους μετανάστες που υποδέχτηκαν από το Aleppo, Damascus, Humus, Deraa, Dêr a Zor, İdlib and Raqqa.

Ένας μεγάλος αριθμός κατοίκων αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν προς το Bakûrê (Βόρειο Κουρδιστάν (Τουρκία), καθώς αντιμετώπιζαν την απειλή της σφαγής, λόγω των επιθέσεων των συμμοριών του ISIS .

Η επιστροφή στην πόλη εν-μάζας άρχισε αμέσως μετά από όταν οι δυνάμεις των YPG / YPJ απελευθέρωσαν πλήρως το κέντρο της πόλης από το ISIS στις 26 Ιανουαρίου 2015, μετά την ιστορική αντίσταση των 134 ημερών. Τα εμπόδια που δημιουργούνται από το τουρκικό κράτος και η σχεδιαζόμενη σφαγή που σχεδιάστηκε και οργανώθηκε από κοινού με τις συμμορίες δεν θα μπορούσε να εμποδίσει την επιστροφή των ανθρώπων της Kobanê πίσω στα εδάφη τους.

Σύμφωνα με τα στοιχεία από το Συμβούλιο Κοινωνικών Υποθέσεων του Κομπάνι, οι 175.000 άνθρωποι που έχουν επιστρέψει στα σπίτια τους κατά τη διάρκεια των τελευταίων εννέα μηνών, εγκαταστάθηκαν στις περιοχές που καθαρίστηκαν από τις νάρκες οι οποίες είχαν τοποθετηθεί κατά τη διάρκεια των μαχών. Η καθημερινή ζωή σε αυτές τις περιοχές συνεχίζεται χωρίς απειλές προς το παρόν.

Περίπου 3.500 άνθρωποι επιστρέφουν στην πόλη τους σε εβδομαδιαία βάση, μέσω της συνοριακής πύλης Mürşitpınar μεταξύ Βόρειου και Δυτικού Κουρδιστάν, όπου η διέλευση επιτρέπεται μόνο δύο ημέρες την εβδομάδα, Δευτέρα και Πέμπτη.

Η αλληλεγγύη προς την πόλη συνεχίζεται σε όλο τον κόσμο και η ανοικοδόμηση της πραγματοποιείται ταχύτατα.

πηγή: http://kurdishquestion.com/index.php/kurdistan/west-kurdistan/175-thousand-people-returned-to-kobane-since-liberation.html
και: athens.indymedia

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2015

Η Προτεσταντική Βάση της Ευρωζώνης

του Σπύρου Στάλια


Από τα χρόνια της αρχαιότητας, στοχαστές θεωρούσαν τον άνθρωπο ως απλό πιόνι στα χέρια ανωτέρων δυνάμεων που εκπορεύονταν από τον Δία, από νεότερους θεούς, από την κοινωνική τάξη, από την μοίρα και τα συμφέροντα του έθνους, από τα ταξικά συμφέροντα, από την υπεροχή της φυλής, από την ελεύθερη αγορά, από το πνεύμα της εποχής, από την ιστορία και από θρησκευτικά δόγματα.

Αυτή είναι η θέση του ιστορικού ντετερμινισμού κατά την οποία ο άνθρωπος και οι ηγέτες του, είναι δούλοι της ιστορίας.

Όταν ο ντετερμινισμός επικρατεί, στην περίπτωση μας μέσω της ελεύθερης αγοράς ή μέσω του σταλινικού υποδείγματος, αυτό σημαίνει ότι η βούληση του ανθρώπου δεν επιδρά στην ιστορία αλλά η ιστορία επιδρά στις ανθρώπινες ικανότητες και στη θέληση του ανθρώπου.

Ο ντετερμινισμός, σαν θεωρία, είμαι πεπεισμένος, ότι παραβιάζει την βαθύτερη καλή φύση του ανθρώπου. Απορρίπτει την δυνατότητα εκλογής. Εκμηδενίζει την αίσθηση της κοινωνικής και ατομικής ευθύνης. Τέλος, είναι αδύνατον κάποιος να ζει ‘μέσα σε ένα μοντέλο’ γιατί δεν μπορεί να είναι συνεπής προς τον εαυτό του, να είναι δημιουργικός, να θέλει, να πράττει, να ονειρεύεται και να διορθώνει.

Ο ντετερμινισμός υπάρχει και υπόσχεται στον άνθρωπο την ‘ετεροσωτηρία’, από τον Θεό, από τον αιώνιο νόμο, από το ‘υπόδειγμα’ ή απ’ οτιδήποτε άλλο, πράγμα που προϋποθέτει ότι ο άνθρωπος είναι ανεπίδεκτος τελειοποίησης.

Αλλά μια τέτοια νομοθέτηση οδηγεί στην πνευματική απολυταρχία και στην τυραννία για την συγκράτηση των ανθρώπινων αδυναμιών. Ο ντετερμινισμός οδηγεί εξ αντικειμένου στην κοινωνία των δυο τάξεων.

Οι πατέρες του κλασσικού μοντέλου υπέθεταν ένα κόσμο πλήρους ασφάλειας και σιγουριάς που βάση του είναι η μεγαλοφυής ηθική του Λούθηρου.

Η προσπάθεια του Λούθηρου να πλησιάσει τον Θεό άμεσα, είχε σαν αποτέλεσμα να μην λάβει υπ’ όψη του την ευρωπαϊκή παράδοση ή ότι αυτή είχε δημιουργήσει και ακόμα να μην ενσωματώσει στην χριστιανική του διδασκαλία την αρχαία ελληνική ανθρωπιστική παιδεία, αντίθετα από όλους τους άλλους Πατέρες της Εκκλησιάς, της Ανατολικής Ορθόδοξης ή της Καθολικής ή ακόμα και αντίθετα και προς αυτόν τον Απόστολο Παύλο.

Η απότομη φράση του ‘εδώ στέκομαι, δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά’ ήταν αναπόφευκτο να ακουστεί βαρβαρικά στα αυτιά του μεγάλου Έρασμου που διακρινόταν για τον σοφό σκεπτικισμό του την κοινωνική διαλλακτικότητα προϊόντα της ελληνικής του παιδείας.

Ο Λούθηρος έβαλε μέσα στα καθήκοντα του καλού χριστιανού την υποχρεωτική εργασία για όλους, πλουσίους και φτωχούς, ως δόξα θεού, όπως επίσης και την ασκητική ζωή. Η εργασία και η ασκητική ζωή είναι ένδειξη σωτηρίας αλλά και ο πλούτος επίσης. Με αυτόν τον τρόπο ο Λούθηρος έθεσε στέρεες βάσεις για ένα κράτος του Θεού, κάθε κοινότητα να αυτοδιοικείται όχι μονό θρησκευτικά αλλά και πολιτικά.

Η ιστορία του πως αξιώματα και θρησκευτικά δόγματα έχουν διεισδύσει στην επιστήμη, στην οικονομία, στην κοινωνική συμπεριφορά και στην πολιτική, έχει να κάνει με την ερμηνεία βασικών θρησκευτικών κειμένων που καθορίζουν την ζωή μας σε σχέση με το Θεό.

Πάντα υποτίθεται ότι κάθε λαός και κάθε άνθρωπος εναποθέτει στη θρησκεία τις πλέον υψηλές του αξίες.

Όλα αρχίζουν από την βασική χριστιανική θέση κατά την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να σωθεί από μόνος του, με το νου του, αλλά μέσω του αποκαλυπτικού λόγου του Θεού. Η σωτηρία του ανθρώπου κατά τον Χριστιανισμό είναι ετεροσωτηριακή, πίστη στο γεγονός της ενανθρωπήσεως, και όχι αυτοσωτηριακή, ο άνθρωπος σώζεται δια των ιδίων αυτού δυνάμεων, όπως οι Αρχαίοι Έλληνες και ο Πλάτων εισηγήθηκαν, γραμμή και που ο Κέϋνς ακολουθεί.

Με τον τρόπο αυτό ο Θεός εισήλθε στην ανθρώπινη ιστορία. Για τον άνθρωπο δημιουργείται το ερώτημα ‘τι πρέπει να κάνω για να σωθώ.’ Το Σωκρατικό αυτό ερώτημα, που δημιούργησε την ηθική, είναι κοινό σε όλα τα χριστιανικά και μη δόγματα, στους υλιστές, αλλά η ηθική τους απαντά διαφορετικά στο ερώτημα.

Βασική θέση του Προτεσταντισμού είναι ότι η σωτηρία του κάθε ανθρώπου είναι προαποφασισμένη από τον Θεό. Ο άνθρωπος μπορεί να έχει βασικές ενδείξεις για την θέληση του Θεού περί της σωτηρίας του, ποτέ βεβαιότητα.

Οι ενδείξεις αυτές συνιστούν το χριστιανικό εγκόλπιο πίστης και πράξης κάθε Διαμαρτυρομένου και διαμορφώνουν ένα τρόπο βίου. Η βάση αυτού του βίου είναι η σκληρή εργασία που αποτρέπει τον κάθε άνθρωπο από τον εφησυχασμό, την οκνηρία, από τα χαμένα λόγια της κοινωνικότητας, την μάταιη επίδειξη της πολυτέλειας, και γενικώς από όλες τις απολαύσεις του πλούτου και της σάρκας.

Για τους Διαμαρτυρομένους επίσης, κάθε ώρα χωρίς σκληρή εργασία, είναι προσβολή στη δόξα του Θεού, προσβολή στη θέλησή του. Από την άλλη, το υλικό προϊόν της εργασίας που παράγεται ως αντιμίσθιο ή κέρδος στον άνθρωπο, απαγορεύεται να το απολαύσει γιατί αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ηθική χαλάρωση. Κατά συνέπεια η δεύτερη αρετή του Προτεστάντη είναι ο ασκητικός βίος που οδηγεί σε συσσώρευση αποταμιεύσεων αφού η κατανάλωση τους ευθύς εξ αρχής είναι καταδικαστέα. Έτσι λοιπόν ενώ ο πλούτος κατ’ αρχήν είναι ηθικά ύποπτος, γιατί η χρήση του συνεπάγεται χαλάρωση στο τρόπο της ζωής, από την άλλη η συσσώρευση του δεν είναι αμάρτημα, αν και εφ’ όσον η απόκτηση και η χρήση του δεν παρεκτρέπει από ένα ‘άγιο βίο’.

Η απόκτηση επαγγέλματος και η εκτέλεση του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο είναι προϊόν της θείας θέλησης, που είναι αντανάκλαση της αρμονικής κατασκευής του κόσμου, που εδώ στη γη εκφράζεται μέσω του καταμερισμού της εργασίας, ο οποίος αυξάνει το γενικό καλό της κοινότητας. Από εδώ καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι Θεός απαιτεί όχι απλώς εργασία αλλά έλλογη επαγγελματική εργασία.

Αφού η έλλογη επαγγελματική εργασία είναι θέλημα Θεού, ο κάθε χριστιανός πρέπει να επωφελείται από αυτή και να πραγματοποιεί κέρδος, αν και εφ’ όσον δεν ζημιωθεί η ψυχή του. Η άρνηση πραγματοποίησης κέρδους, είναι σαν να μη δέχεσαι να υπηρετήσεις τον Θεό, πράγμα που αντιβαίνει προς την κλήση του. Κατά συνέπεια η επιχειρηματική δραστηριότητα του ανθρώπου, δεν είναι μόνο ηθικά επιτρεπτή, αλλά επιβεβλημένη. Ο θεός ευλογεί την εργασία και αμείβει τους ανθρώπους με πλούτη. Γυρίσαμε στην Παλαιά Διαθήκη. Η αμοιβή εξαϋλώνει εδώ κάθε πνευματικότητα του Δυτικού Πολιτισμού.

Αλλά δεν είναι δυνατόν να γίνουμε όλοι πλούσιοι. Αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι ένας φτωχός εργάτης έχει απολεσθεί στα μάτια του Θεού, αν εργάζεται σκληρά και διάγει βίο ασκητικό. Ίσως είναι μέρος και της θείας πρόνοιας, να παραμένει σε αυτή την κατάσταση, γιατί ο φτωχός εργάζεται από ανάγκη, και εφ’ όσον εργάζεται, δοξάζει τον Θεό. Με άλλα λόγια το γενικό καλό παράγεται από την παραγωγικότητα των χαμηλών μισθών. Αν ο Θεός θέλει χαμηλούς μισθούς, τότε αυτό αποτελεί μία ασφαλή κατάσταση της χάρης του για εμάς!!

Ωστόσο υπάρχουν και κάποιοι άλλοι καταδικασμένοι, που θέλουν το κάθε τι στη ζωή να τους προσφέρει χαρά, να απολαμβάνουν την ζωή (μια άλλη θεώρηση της ζωής). Αυτοί, σύμφωνα με την Ηθική των Προτεσταντών, πρέπει να υπαχθούν στη πειθαρχία αυτής της Ηθικής, όχι για να σωθούν, πράγμα αδιανόητο, αλλά για την δόξα του Θεού. Η υπακοή στις προσταγές του είναι προς δόξα Αυτού, όπως και η τιμωρία του αμαρτωλού Νότου, των Piigs ή Gipsi στις μέρες μας.

Αν τα παραπάνω τα δούμε με μια άλλη ματιά, μέσα από την νεοφιλελεύθερη οικονομία, παρατηρούμε ότι δεν είναι τίποτα άλλο παρά η περιγραφή αυτής της ηθικής σύλληψης που έχει σαν βάση της τον Ελληνικό Ορθολογισμό και την Παλαιά Διαθήκη. Εκρηκτικό μείγμα.

Με άλλα λόγια βλέπουμε στο χώρο της οικονομικής επιστήμης, το σταθερό πλαίσιο που ο Θεός έφτιαξε ο άνθρωπος να ζει, τον άνθρωπο που αυτοδύναμα δρα προς ίδιον όφελος διατηρώντας ‘την ψυχή του καθαρή,’ τον καταμερισμό της εργασίας, τα χαμηλά ημερομίσθια, την επιδίωξη του κέρδους, με πάντα την ‘ψυχή καθαρή’, τη σκληρή αποταμίευση, την εξάρτηση των επενδύσεων από τις αποταμιεύσεις, την κατάλυση του κράτους, τον ατομικό άνθρωπο, την ελεύθερη αγορά, τον ευλογημένο πλούτο.

Είναι έξοχη η παρατήρηση του Robert Skidelski όπου σε αναφορά του στο νεοφιλελευθερισμό, τονίζει, ότι το χωρίον του Ευαγγελιστή Λουκά, ιη25: ‘Ευκολότερο είναι να περάσει κάμηλος (=καραβόσκοινο) μέσα από βελονότρυπα, παρά να μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού’, έχει εκλείψει παντελώς από την εγκόσμια ηθική που εισηγείται o νεοφιλελευθερισμός, αφού το κέρδος, αν δεν μπορεί να συσχετιστεί με ύψιστες πολιτιστικές αξίες, οι αξίες αυτές είτε διαγράφονται, είτε τροποποιούνται ή μπαίνουν άλλες στη θέση τους.

Άλλα αν ο ασκητισμός αποτελεί εγγύηση αυτού του συστήματος, οι εκφραστές του, μας οδηγούν σε μια ζούγκλα. ‘σε ειδικούς δίχως πνεύμα, ηδονιστές δίχως καρδιά, στο μηδενικό που φαντάζεται ότι πέτυχε ένα επίπεδο πολιτισμού, που δεν υπήρξε πριν ποτέ’ όπως θα έλεγε ο Μάξ Βέμπερ.

Στο κλασσικό μοντέλο τα παραπάνω παίρνουν την μορφή με την υπόθεση ότι ο άνθρωπος φύσει επιδιώκει το ατομικό του συμφέρον και η φύση επίσης δρα με ένα τέτοιο τρόπο ώστε να εξομαλύνει τα επί μέρους συμφέροντα και έτσι η ισορροπία να επικρατεί παντοιοτρόπως.

Σε όλα τα νοικοκυριά, τις επιχειρήσεις και στους ανθρωπους, τρόπον τινά, είναι εγγεγραμμένη μέσα τους μια πλήρης και ακριβής γνώση ενός αιωνίου εξωτερικού οικονομικού μοντέλου που προκαλεί συγκεκριμένα οικονομικά αποτελέσματα.

Το υπόδειγμα αυτό είναι αιώνιο, δηλαδή αμετάβλητο, και πιθανές ενέργειες του ανθρώπου δεν είναι δυνατόν να το βλάψουν αφού και ο άνθρωπος είναι πλασμένος στο πλαίσιο αυτού του μοντέλου.

Πιθανές ενέργειες του ανθρώπου να συμπεριφερθεί εκτός μοντέλου, όχι όπως το υπόδειγμα υποδεικνύει, δεν θα έχουν ως αποτέλεσμα την καταστροφή του αλλά την επάνοδο του ανθρώπου στην οικονομική συμπεριφορά που το μοντέλο απαιτεί.

Η βασική σκέψη λοιπόν είναι ότι ο άνθρωπος μπορεί να διακυβερνηθεί ανωνύμως, δεδομένων και των σιωπηλών υποθέσεων του κλασσικού μοντέλου, όπως τονίζει ο Κέϋνς, ότι πάντα το επιτόκιο το καθορίζει η οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου και ότι κάθε εισόδημα δαπανάται άμεσα είτε σε καταναλωτικά αγαθά είτε σε επενδυτικά αγαθά.







Σπύρος Στάλιας, Οικονομολόγος ΜΑ, Ph.D


spyridonstalias@hotmail.com

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015

Κάποτε Ήμασταν Πολεμιστές

του γελωτοποιού

Είναι μια ταινία που είδα κάποτε, τυχαία, και δεν θέλω να την ξαναδώ. Προτιμώ να τη θυμάμαι έτσι όπως θέλω να τη θυμάμαι.
Είναι μια ταινία γυρισμένη στη Νέα Ζηλανδία, αλλά χωρίς χόμπιτ, ορκ και βασιλιάδες, μόνο με ανθρώπους.
Είναι μια ταινία για τον ξεπεσμό των Μαορί, των άγριων αυτόχθονων που εξαθλιώθηκαν μέσα στον πολιτισμό που επέβαλαν οι Ευρωπαίοι κατακτητές.
Είναι μια ταινία όπου οι κουρελιασμένοι και λούμπεν απόγονοι των πολεμιστών πίνουν το επίδομα ανεργίας στα μπαρ, τσακώνονται στους δρόμους και δέρνουν τη γυναίκα τους, τα παιδιά τους.
Είναι μια ταινία όπου η κόρη έχει άσχημο τέλος κι ο πατέρας της, που κάποτε ήταν πολεμιστής, γονατίζει ανήμπορος μπρος στο άψυχο της σώμα.
Είναι μια ταινία που τη θυμάμαι έτσι όπως θέλω να τη θυμάμαι.
~~
Κάποτε ήμασταν πολεμιστές κι εμείς.
Απόγονοι ανθρώπων που αγωνίζονταν, που διεκδικούσαν, που ματώναν, που ένιωθαν περήφανοι για κείνο το μικρό κομμάτι γης κι εκείνη τη χαμοκέλα. Που πήγαιναν να χτίσουν ένα καλύβι κι έπαιρναν μαζί τους τον βιολιτζή, να παίζει όσο μοχθούσαν.
Άγριοι ήμασταν κι εμείς, κατσαπλιάδες φουστανελοφόροι, μας έβλεπαν οι Φράγκοι κι έκλειναν τη μύτη τους.
Κάποτε ήμασταν παιδιά κι εμείς.
Παίζαμε μπάλα στους δρόμους με τρύπια σκαρπίνια, διαβάζαμε δανεικά βιβλία του Βερν και του Καρκαβίτσα, κάναμε ποδήλατο εκ περιτροπής, αγαπούσαμε τη συμμαθήτρια με τα ξανθά μαλλιά, αλλά ντρεπόμασταν να της το πούμε. Κι η μάνα μας κοιτούσε με απόγνωση το μόνο μας καλό παντελόνι, που μόλις είχαμε σκίσει.
Κάποτε ήμασταν ονειρευτές κι εμείς.
Έφηβοι με λίγες τρίχες στο πηγούνι, έφηβοι που θέλαμε ν' αλλάξουμε τον κόσμο, να τον φτιάξουμε απ' την αρχή. Μισούσαμε το σχολείο και τον επερχόμενο στρατό, κωφεύαμε στα κηρύγματα των βαρετών γονιών και των δασκάλων, συνομιλούσαμε με τους αυτόχειρες ποιητές - για τους ποιητές, κοιτούσαμε τις αφίσες των νεκρών ειδώλων μας στο δωμάτιο κι ορκιζόμασταν να γίνουμε σαν κι εκείνους.
Ήρωες, όχι νεκροί. Οι έφηβοι είναι αθάνατοι, γι' αυτό ορκίζονται στους νεκρούς.
Κάποτε ήμασταν εραστές κι εμείς.
Ξυπνούσαμε και κάναμε έρωτα, τρώγαμε και κάναμε έρωτα, μεθούσαμε και κάναμε έρωτα. Κοιτιόμασταν στα μάτια το πρωί, κρατιόμασταν απ' το χέρι όλη μέρα. Χουφτωνόμασταν δημοσίως, κάνοντας τους γέρους ν' αναθεματίζουν τη νέα γενιά, που δεν σέβεται τίποτα. Κι έπειτα βρίσκαμε μια γωνιά, μια παραλία, ένα αυτοκίνητο, ένα δωμάτιο χωρίς κρεβάτι, για να πηδηχτούμε φωνάζοντας, λες και δεν υπήρχε τίποτα άλλο στον κόσμο απ' την ηδονή μας.
Κάποτε ήμασταν ταξιδευτές κι εμείς.
Μ” ένα σακίδιο στην πλάτη, λίγα λεφτά στην τσέπη και τα βιβλία του Κέρουακ στο χέρι. Παίρναμε το νυχτερινό τρένο, για να γλιτώσουμε το ξενοδοχείο και πλέναμε τις μασχάλες μας στα καφέ της Φλωρεντίας. Τρώγαμε φαλάφελ στον δρόμο και κοιμόμασταν στα youth hostel, μυρίζοντας τα πόδια όλων των λαών της οικουμένης. Μοιραζόμασταν το μπουκάλι και το τσιγάρο με άγνωστα χείλη, πού καιρός για ποτήρια κι αρρώστιες.
Κάποτε ήμασταν καλλιτέχνες κι εμείς.
Ξυπνούσαμε και δεν μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε τα όνειρα μας απ” τις ιστορίες μας, ζωγραφίζαμε με ό,τι είχαμε στο χέρι, απαθανατίζαμε την κάθε στιγμή, τραγουδούσαμε σαν να μην υπήρχε θάνατος. Μόνο μας μέλημα ήταν η τέχνη, πώς θα την εξελίξουμε και πώς θα εξελιχτεί ο κόσμος μ' αυτή. Πίναμε ως το ξημέρωμα μιλώντας για τον Χέμινγουεϊ, τον Μοντιλιάνι, τον Χέντριξ και τον Κουντέλκα.
Κάποτε ήμασταν γονείς κι εμείς.
Παίζαμε με το παιδί μας μέχρι που να πονέσουν τα γόνατα μας. Τρέχαμε στις παιδικές χαρές ξοπίσω τους και διαβάζαμε παραμύθια μέχρι να μας πάρει ο ύπνος. Και συνέχεια το αγκαλιάζαμε, το χαϊδεύαμε, το ταΐζαμε, το κοιτούσαμε, για να χορτάσει η ψυχή μας απ' τη δροσιά του.
Κάποτε ήμασταν άνθρωποι κι εμείς.
Παίζαμε, ονειρευόμασταν, κάναμε έρωτα, ταξιδεύαμε, κάναμε τέχνη, αγκαλιάζαμε το παιδί μας.
Είναι μια ζωή που τη θυμάμαι έτσι όπως θέλω να τη θυμάμαι. Η δική μου ζωή.
~~
Τώρα, σ' αυτόν το χρόνο, εδώ, σ' αυτή τη χώρα, δεν έχουν μείνει και πολλά.
Δεν είμαστε άνθρωποι πια, είμαστε ποντίκια, τυφλά ποντίκια που τριγυρνάνε άσκοπα στον λαβύρινθο του εργαστηρίου.
Άγριοι χωρίς πολιτισμό, που μοχθούν για να πληρώνουν λογαριασμούς. Δίχως παιχνίδι, δίχως όνειρα, δίχως έρωτα, δίχως ταξίδια, δίχως τέχνη, δίχως παιδιά.
~~
Για ποιο πράγμα μοχθούμε κι αγωνιούμε;
Για να πληρώσουμε όλους τους λογαριασμούς, όλους τους φόρους; Μα αυτοί ποτέ δεν τελειώνουν, όσα και να πληρώσεις.
Για να συντηρήσουμε τις τράπεζες και τις πολυεθνικές; Μα αυτές ποτέ δεν χορταίνουν, όσα κι αν πάρουν.
Για να πληρώσουμε τους διαχειριστές της καταστροφής μας, τους πολιτικούς; Μα αυτοί είναι αναλώσιμοι, κι άλλος καινούριος θα έρθει να πάρει τη θέση του παλιού.
Για να επιβιώνουμε; Μα αυτή δεν είναι ζωή.
~~
Κάποτε ήμασταν πολεμιστές, παιδιά, ονειρευτές, εραστές, ταξιδευτές, καλλιτέχνες, γονείς, άνθρωποι.
Θα ξαναγίνουμε.

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015

Πόρνη η Ρωμιασύνη

Από τον Ηλία




Κάποτε είχα γνωρίσει ένα τύπο, πότε ναυτικός στο εμπορικό, πότε γυρολόγος, χωμένος παντού και ιδίως σε όλα τα βρώμικα πράγματα. Δεν είχε σπουδάσει τίποτα –μετά βίας έγραφε και διάβαζε – αλλά ήταν έξυπνος και σπουδαίος παραμυθάς. Έχοντας καταλάβει ότι υπήρχαν στιγμές που απολάμβανα τις ιστορίες που έλεγε, δεν έχανε ευκαιρία να μου διηγείται πράγματα από τα όσα είχε γνωρίσει στην ζωή του.

Την εποχή εκείνη η Ελλάδα ζούσε τον μύθο της. Είχε Αλβανούς χιλιάδες να οργώνουν για το τίποτα τα χωράφια της και να δουλεύουν στις χιλιάδες οικοδομές παράνομα.

Σύμφωνα δε με τα ΜΜΕ της εποχής, ήταν όλοι πρώην εγκληματίες που δραπέτευσαν από τις φυλακές του Χότζα.

Είχε ηλικιωμένες Ρωσίδες και άλλες γυναίκες από το πρώην ανατολικό μπλοκ να φροντίζουν τις μανάδες και τους πατεράδες των φαντασμένων νεοελλήνων.

Είχε νέες και συνηθέστερα όμορφες γυναίκες από τις ίδιες πατρίδες, που ο νεοέλληνας τις θεωρούσε και τις αντιμετώπιζε σαν πόρνες.

Οι νεοέλληνες εκείνη την μακρινή εποχή ήταν Ευρωπαίοι πάνω στην ανάπτυξη και φυσικά επιχειρηματίες που διάβαζαν ΚΛΙΚ και ΝΙΤΡΟ στις διακοπές τους.

Θυμάμαι πως στο γραφείο των γιατρών της κλινικής όπου έκανα ειδικότητα, υπήρχε μονίμως αναμμένη μια τηλεόραση συντονισμένη σε ένα κανάλι του κώλου και τριγύρω στο τραπέζι το 90% του ιατρικού προσωπικού με το κινητό στο χέρι να παρακολουθεί την πορεία της μετοχής του “Φέξε μου και γλίστρησα” θερμοκηπίου της Ιεράπετρα που είχε απογειωθεί κι ετοιμαζόταν να μπει στον δείκτη NASDAQ του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης.

Τα γράφω όλα αυτά για να δώσω το περίγραμμα της εποχής, πριν μπω στις λεπτομέρειες της ιστορίας που μου είχε πει τότε ο περίεργος αυτός τύπος.

Πριν προχωρήσω, να μην παραλείψω να τονίσω πως οι Έλληνες δεν ήταν τότε ρατσιστές -ούτε τώρα είναι!-, αν φυσικά χρησιμοποιηθεί ως μονάδα μέτρησης του ρατσισμού η πολιτική του Απαρτχάιντ στην Νότια Αφρική ή του Ισραήλ στην Γάζα και στην Δυτική Όχθη.

Έλεγε λοιπόν ο περίεργος πως, μετά την πτώση του “παραπετάσματος” και την πείνα που ακολούθησε, “γραφεία” από την ευρωπαϊκή Ελλάδα έφερναν νεαρές κοπέλες στην χώρα για να εργαστούν τάχα μου σε εργοστάσια και σε βιοτεχνίες.

Στην πράξη, όμως, τις φυλάκιζαν μέσα σε θλιβερά διαμερίσματα, προκειμένου να τις “εκπαιδεύσουν” στην δουλειά για την οποία τις προόριζαν από την αρχή.

Πρώτα ξύλο κι ακολουθούσαν συνεχόμενοι ομαδικοί βιασμοί, μέχρι που γίνονταν κομμάτια κάθε κρύσταλλο ανθρώπινης αξιοπρέπειας και κάθε ελπίδα για μια καλύτερη ζωή που κουβαλούσαν μέσα στην ψυχούλα τους.

Κι όταν έπεφτε για τα καλά ο βούρδουλας πάνω στο ανυπεράσπιστο κορμί, ερχόταν μετά και το καρότο: Αφού θα σε βιάζουμε που θα σε βιάζουμε και δεν γλυτώνεις με τίποτα, γιατί δεν δουλεύεις για μας με ωράριο και προστασία. Θα βγάζεις και κάποια φράγκα να στέλνεις και στους δικούς σου, θα κονομάμε κι εμείς.

Έτσι κι η χώρα τώρα. Έφαγε τα πρώτα δύο μνημόνια κι ετοιμάζεται για το τρίτο το καλύτερο –μετά την συντριβή της όποιας ελπίδας υπήρχε στις καρδιές των ανθρώπων– το “αριστερό”.

Ο λαός, επιβραβεύοντας τον Τσίπρα και την παρέα του, πήρε τις αποφάσεις του και έκλεισε την πόρτα του μπορντέλου πίσω του.

Από εδώ και μπρος, στους συγγενείς και τους φίλους θα απαντά στο ερώτημα “και τι δουλειά κάνεις” με υπεκφυγές. Πωλήτρια στα Fondos. Οδηγός στο Paliogeros. Μα όλοι θα γνωρίζουν την αλήθεια.

Θα υπάρχουν βέβαια και κάποιες φορές που ένας καλόκαρδος πελάτης θα ακούει την θλιβερή ιστορία της υποταγής μιας χώρας και θα κουνάει συγκαταβατικά το κεφάλι.

Όμως, η χώρα και ο λαός της το ξέρουν πια. Δεν έχει επιστροφή από την “στιγμή που αφέθηκες να ενδώσεις”.

Και θα έρθει η ώρα που η πουτάνα του Τσίπρα θα θυμηθεί την εποχή που ήταν μια νέα κοπέλα και θα βλαστημήσει γιατί δεν είχε την δύναμη να ανοίξει την γαμημένη την μπαλκονόπορτα και να βουτήξει στο κενό.

Φιλιά από την Εσπερία

Ηλίας

(Αγαπητέ Ηλία, δυστυχώς η ελληνική κοινωνία είχε σαπίσει καιρό πριν την χρεοκοπία. Οπότε, πόσο υγιή αντίδραση να έχουν οι σάπιοι; Ένας αστυνομικός μου είχε εξηγήσει πώς γινόταν το εμπόριο γυναικών και ποιος ήταν ο ρόλος της Αστυνομίας. Μου είχε πει κάτι φοβερές ιστορίες. Ηλία, δεν θέλεις να ξέρεις. Κάποιοι κακοήθεις λένε πως πολλές από αυτές τις γυναίκες βιάστηκαν και μέσα στα αστυνομικά τμήματα, όπου πήγαν να ζητήσουν βοήθεια. Πάντως, Ηλία, οι ευκαιρίες για τους Έλληνες υπήρξαν. Αλλά ξέρουμε πως πολλές πoυτάνες λένε πως θα παρατήσουν την δουλειά αλλά πολύ λίγες το κάνουν. Σε αντίθεση με τις γυναίκες από τις πρώην ανατολικές χώρες, οι Έλληνες έγιναν πoυτάνες με την δική τους θέληση. Τουλάχιστον να το χαρούν. Γιατί είναι γνωστό πως «οι πoυτάνες και οι τρελές έχουν τις τύχες τις καλές». Να είσαι καλά, Ηλία.)

πηγή : πιτσιρίκος

Θα μου επιτρέψετε να προσθέσω το εικονοποιημένο ποίημα του Κωστή Παλαμά, που πριν από ένα αιώνα, περιγράφει όσα συμβαίνουν σήμερα.
frixos

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΕΣΑΙ ΕΠΟΙΚΟ ΠΟΥ ΕΚΑΨΕ ΜΩΡΟ!


Επιστολή του Roger Waters στον Jon Bon Jovi.



«Αγαπητοί Τζον Μπον Τζόβι, Ντέϊβιντ Μπράϊαν και Τίκο Τόρες,

Συχνά στο παρελθόν έχω γράψει επιστολές, λεπτομερείς και μερικές φορές με αρκετή πειθώ, σε συναδέλφους μου στη μουσική βιομηχανία, ενθαρρύνοντάς τους να μην υποστηρίζουν τις πολιτικές Απαρτχάϊντ της Ισραηλινής κυβέρνησης, παίζοντας στο Ισραήλ.

Έχοντας διαβάσει τα σχόλια του Τζον την περασμένη βδομάδα, στην ισραηλινή εφημερίδα Yedioth Ahronoth, δε θα χάσω το χρόνο μου.

Ώστε η απόφαση είναι ειλημμένη, έχετε αποφασίσει να πραγματοποιήσετε τη συναυλία σας στο Τελ Αβίβ στις 3 Οκτωβρίου.

Έχετε διαλέξει πλευρά.

Υπερασπίζεστε,

Τον έποικο που έκαψε το μωρό,

Τον οδηγό της μπουλντόζας που συνέθλιψε τη Ρέϊτσελ Κόρρυ,

Τον στρατιώτη που πυροβόλησε το πόδι του ποδοσφαιριστή και το έκανε κομμάτια,

Το ναύτη που έριξε την οβίδα στ’ αγοράκια στην παραλία,

Τον ελεύθερο σκοπευτή που σκότωσε το παιδί με το πράσινο πουκάμισο,

Αυτόν που άδειασε το όπλο του πάνω στο 13χρονο κορίτσι

και την Υπουργό Δικαιοσύνης που κάλεσε σε γενοκτονία.



Είχατε την ευκαιρία να είστε με την πλευρά,

Της Δικαιοσύνης,

Του πιλότου που αρνήθηκε να βομβαρδίσει το στρατόπεδο προσφύγων,

Του έφηβου που αρνήθηκε 8 φορές να υπηρετήσει στο στρατό, και προτίμησε τη φυλακή,

Του φυλακισμένου που έκανε απεργία πείνας επί 266 μέρες για την ελευθερία του,

Του γιατρού που του απαγορέψανε την είσοδο για να σώσει ζωές,

Του αγρότη που τον σκότωσαν επειδή διαμαρτυρόταν για το Τοίχος,

Του παιδιού χωρίς πόδια που μεγαλώνει στα χαλάσματα,

Και των 550 που δε θα μεγαλώσουν ποτέ, εξ αιτίας των πυραύλων και των οβίδων από τα τανκς και των σφαιρών που ρίξαμε.

Οι νεκροί δεν μπορούν να σας θυμίσουν τα εγκλήματα που αγνοείτε. Αλλά, ας μην ξεχνάμε:

«Το να σιωπάς και το να είσαι αδιάφορος, είναι το μεγαλύτερο έγκλημα απ’ όλα».



Roger Waters

Πηγή: omniatv.com

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2015

Ανανεωτική Αριστερά (must read)

του Σ.Α.Μ.


Ο χώρος της λεγόμενης «ανανεωτικής ή ευρωπαϊκής αριστεράς», έτσι όπως τον έζησα ως ενεργός πολίτης από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 που μπήκα στην αγορά εργασίας, ίσαμε τις εκλογές του 2012 -που γέμισα αηδία βλέποντας τη συμμορία του Τσίπρα θρασύτατα να προσπαθεί να καπηλευτεί τους αγώνες μας-, ήταν λίκνο κι απάγκιο των εξής δύο πληθυσμιακών ομάδων:
α. Κάποιων μεγαλομεσαίων στελεχών του δημόσιου -στενού και ευρύτερου- τομέα που ενδιαφέρονταν αποκλειστικά και μόνο για την ιεραρχική τους ανέλιξη και

β. Διαφόρων επαγγελματιών (δικηγόρων, μηχανικών, οικονομολόγων, προγραμματιστών), οι οποίοι αν κι επιχειρούσαν στον ιδιωτικό τομέα, εντούτοις, ο μεγαλύτερος ή κι ο μοναδικός τους πελάτης ήταν το ελληνικό δημόσιο σε κάθε του μορφή κι έκφανση (κράτος, περιφέρειες, νομαρχίες, δήμοι, σχολεία, νοσοκομεία, ΝΠΔΔ).

Κοινά χαρακτηριστικά όλων των παραπάνω:

1. Όλοι τους βρήκαν ασφαλές καταφύγιο εκεί, μετά τη διαπίστωση ότι στο ΚΚΕ δεν έχει περιθώρια για μάσα και, συμπεραίνοντας ορθά, ότι οι θέσεις των αρπακτικών στο ΠΑΣΟΚ και τη Δεξιά εκτός του ότι ήταν κατειλημμένες, παρουσίαζαν και μια σχετική επισφάλεια σε κάθε κυβερνητική μεταβολή, κάτι που δεν ίσχυε για όσους πλεύρισαν στ’ αραξοβόλι της «αριστεράς».

2. Κανείς απ’ αυτά τα λαμόγια δεν χαρακτήριζε ποτέ μήτε εχθρό μηδέ φίλο με προσωνύμια τύπου «θεσιθήρας», «καιροσκόπος», «ωφελιμιστής», προσέχοντας πάντα να προσδιορίζουν τις διαφορές τους με τους άλλους με όρους «πολιτικούς» υποτίθεται, φροντίζοντας ενίοτε να εφευρίσκουν διαφορές ακόμα κι όταν αυτές ήταν ασαφείς ή ανύπαρκτες (π.χ. ψήφισαν από κοινού με ΝΔ και ΠΑΣΟΚ τη συνθήκη του Μάαστριχτ).

3. Όλοι τους δήλωναν με κάθε ευκαιρία «πρώην κομμουνιστές», βαθιά αριστεροί και προσηλωμένοι στις αρχές του ανθρωπισμού και της δημοκρατίας και για του λόγου το αληθές όλοι τους έκαναν μνεία σε αγώνες που έδωσαν οι ίδιοι (και, συνήθως μόνο οι ίδιοι τους ήξεραν) ή σε φυλακίσεις κι εξορίες συγγενών τους (σε μια χώρα που αμφιβάλλω αν υπάρχει οικογένεια που να μην έχει ένα μέλος έστω που να ταλαιπωρήθηκε από το παρακράτος της δεξιάς).

4. Κανείς τους όμως δε συνελήφθη ποτέ, δεν προσήχθη για εξακρίβωση στοιχείων, δεν φυλακίστηκε, δεν έφαγε το ξύλο που τρώγαμε από τα ΜΑΤ του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ εμείς οι άλλοι, καθώς οι αγώνες τους εξαντλούνταν το πολύ σε καμιά συμμετοχή σε απεργιακή κινητοποίηση, βαριά σε καμιά φλώρικη παρέλαση που την αποκαλούσαν πορεία.

5. Όλοι τους απογείωσαν τις ατομικές τους καριέρες κι αυγάτισαν τις περιουσίες τους, την περίοδο που το «εκσυγχρονιστικό» ΠΑΣΟΚ χρέωνε, ξεπουλούσε κι υποθήκευε τη χώρα, ασκώντας μια υποτονική αντιπολίτευση, λες κι η λαίλαπα της εκσυγχρονιστικής κοινωνίας των δύο τρίτων αφορούσε άλλη χώρα, μαδώντας όμως σαν μαργαρίτες τα ευρωπαϊκά κονδύλια, παίρνοντας το ένα δημόσιο έργο πίσω απ’ το άλλο οι «αριστεροί» ιδιώτες, πλασματικά οδοιπορικά, ανύπαρκτες υπερωρίες κι αποζημιώσεις για συμμετοχές σε επιτροπές τα «αριστερά» στελέχη του δημοσίου.

6. Κανείς από τους «αριστερούς» επαγγελματίες δεν παρέδωσε ποτέ ολοκληρωμένο, λειτουργικό, σωστό και ορθά κοστολογημένο, δημόσιο έργο που ανέλαβε -είτε ήταν πολεοδομικό έργο είτε εφαρμογή πληροφορικής είτε λογιστική υποστήριξη είτε νομική κάλυψη- γιατί οι πεποιθήσεις τους ήταν τόσο «αριστερές», ώστε μοναδική τους φροντίδα ήταν η συστηματική εξαπάτηση του κρατικού πελάτη, με αποτέλεσμα εμφανείς ανεπάρκειες και σημαντικές δυσλειτουργίες των έργων που υλοποίησαν, χωρίς όμως ποτέ να παραλείπουν να καρπωθούν την υπεραξία των κακοπληρωμένων εργαζομένων τους, χωρίς να ξεχνάνε ποτέ να αποδώσουν τις καθιερωμένες μίζες, φροντίζοντας πάντα για τον προσωπικό τους πλουτισμό καλύτερα από τους πιο δεξιούς

7. Κανένα από τα «αριστερά» στελέχη της δημόσιας διοίκησης δεν προσπάθησε ποτέ να εξορθολογήσει τη λειτουργία κρατικού τομέα που ανέλαβε, καθώς κοινό τους χαρακτηριστικό ήταν πάντα η εμφανής τους ανεπάρκεια, η πρωτοφανής ανοχή τους σε φαινόμενα διαπλοκής και διαφθοράς, ενώ όταν άλλαξαν τα κόζια μετά τη χρεοκωπία της χώρας, έγιναν όλοι τους διαπρύσιοι κήρυκες του εκσυγχρονισμού και οι πλέον έμπιστοι συνομιλητές και κοινωνοί των σκέψεων λαμόγιων τύπου Χρυσοχοΐδη, Διαμαντοπούλου και Λοβέρδου, συνεχίζοντας ως παντός καιρού σαλτιμπάγκοι την αέναη προσπάθεια αναρρίχησης

8. Έχοντας όλοι τους λυμένο το βιοποριστικό τους, ασχολούνταν αμέριμνα με την παραβίαση των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων στη Γουαδελούπη και με την απαγόρευση της στείρωσης των αδέσποτων σκυλιών στα χωριά της Γουαδαλαχάρας, πίνοντας επώνυμο κρασί και καπνίζοντας πούρα σε ακριβά εστιατόρια ή ψαγμένα στέκια, σχολιάζοντας ενίοτε τις συντηρητικές αντιλήψεις της πλέμπας του κέντρου της Αθήνας, αυτοί, οι «αριστεροί» κάτοικοι των ακριβών προαστίων

9. Κανείς τους δεν έχανε προβολή ταινίας του Αγγελόπουλου, φεστιβάλ με μουσικές κιθαρωδών της φυλής Παστούν και βραδιές ανάγνωσης πονημάτων του ποιητή Φανφάρα, στις οποίες αντίκριζες το συγκεκριμένο κοινό των επιμελώς ατημέλητων σοφιστικέ «αριστερών», με τα οβάλ γυαλιά, το φροντισμένο μουσάκι, το χαρακτηριστικό σκουλαρίκι, την αλογοουρά και το στοχαστικό βλέμμα (πίσω απ’ το οποίο, το πολύ να κρύβονταν η σκέψη «τι θα φάμε μετά;»).

Αυτό το κλειστό club των «αριστερών» ελιτιστών, των επαναστατών του γλυκού νερού, των βολεμένων ριζοσπαστών, των αγλαών, αειθαλών αγωνιστών της «Αριστεράς» (πας δηλών «αριστερός» άνω των 60 καλείται «αγωνιστής»), παρίστανε μια ζωή το κόμμα που αποτελούσε το συνάθροισμα κοινωνικών κινημάτων διαμαρτυρίας και καλά, αρκούμενο σε ένα 3%, προκειμένου να βουτάει και καμιά επιχορήγηση, να συντηρεί και καμιά κομματική γραφειοκρατία.

Η ηγεσία του χώρου, ήταν μια προχωρημένη εκδοχή της βάσης. Προσεγμένος λόγος, στρογγυλεμένος πάντα -μη θίγουμε κι υπολήψεις-, πολιτισμός κάργα, ευρωπαϊσμός στο φουλ, ρήξεις με τον κανένα (άντε με καμιά άκρα δεξιά, έτσι για το ξεκάρφωμα, για να δείχνουμε αγωνιστικό φρόνημα), αέναος καιροσκοπισμός, έντονος προβληματισμός για τα δικαιώματα των ζωόφιλων, όταν η φτώχεια κι η ανεργία θέριζαν τις λαϊκές συνοικίες.

Απ’ το γλυκερό λαϊκισμό της φυσαρμόνικας του Λεωνίδα, στο εισαγγελικό ύφος του κυρ Νίκου που, όπως φάνηκε δε συμβάδιζε με την εμφανή συμπάθεια της βάσης προς τους «εκσυγχρονιστές» του Σημίτη, κατόπιν στον ξύλινο λόγο του Αλαβάνου που μια ζωή κομματικοδίαιτος του Περισσού κόντεψε να τους καταντήσει εξωκοινοβουλευτική ατραξιόν, μαζεύοντας τους κατά καιρούς διαφωνούντες με τους αυτιστικούς του ΚΚΕ και χάνοντας όσους βιάζονταν να εκποιήσουν τα αγωνιστικά τους ένσημα στο κυρίαρχο ΠΑΣΟΚ, κοτσάνι την έβγαζαν.

Το πράγμα πήγε να χαλάσει όταν ο Αλαβάνος για να τη σπάσει στον κυρ Φώτη -που τον έπεισε τον Αύγουστο του ’99 ν’ αγοράσει ΚΛΩΝΑΤΕΞ κι έφαγε άλλη μια θητεία στην Ευρωβουλή, για να ρεφάρει-, έδωσε το δαχτυλίδι (γίνονται τέτοια στην αριστερά;) στον Alexis, παραβιάζοντας την ιεραρχία.

Ο κυρ Φώτης, χολωμένος που του πήρανε τη Χρυσηίδα, είπε «δεν πάει να συνουσιαστεί κι η Βρισηίδα» (δε λένε κακές λέξεις αυτοί οι «αριστεροί»), πήρε τον Πάτροκλο, τον Ψαριανό, των ομματιών του και μια σφραγίδα κι έφτιαξε το δικό του μαγαζί, με τη γνωστή συνέχεια.

Και ποιος ήταν ο Alexis;
Ένα απ’ τα χιλιάδες μεταλλαγμένα υβρίδια του κομματικού σωλήνα της ΚΝΕ.
Ένας «αριστερός» γιάπης με σκέψη αντιφατική κι αποσπασματική, χωρίς γνώσεις, χωρίς ιδέες, χωρίς κουλτούρα, χωρίς καν την ικανότητα της δημιουργικής προσέγγισης.
Ένα τσογλάνι που έκανε τη θητεία του στα σύνορα Αμπελοκήπων – Ψυχικού.
Ένας γόνος ευκατάστατης οικογένειας που δεν δούλεψε ούτε μια μέρα στη ζωή του.
Ένας ημιμαθής, που εντυπωσιάστηκε από το πνεύμα του Τατσόπουλου και τον έκανε βουλευτή.
Ένας κομπλεξικός που έδωσε στα παιδιά του τα ονόματα «Φοίβος -Παύλος» και «Ορφέας-Ερνέστος».
Ένα κωλοπαίδι του κερατά, που δεν δίστασε να αφήσει υπονοούμενα ακόμα και για αγωνιστές σαν τον Κοροβέση.
Ένας ηλίθιος, που πήγε να πάρει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στο Προεδρικό Μέγαρο το 2012, συνοδευόμενος από την ενδυματολόγο του, που μέχρι τότε ήταν η σκιά του (ώσπου την είδε στην τηλεόραση η Περιστέρα και την έφαγε η μαρμάγκα την τύπισσα).

Όταν έσφιξαν οι κώλοι κι η φτώχεια, αφού έπνιξε το ένα τρίτο που άφησε μισοπεθαμένο ο Σημίτης, άρχισε ν’ απειλεί μ’ αφανισμό άλλο ένα τρίτο του κόσμου -που αν και δεν έχει ακούσει ποτέ του Πουλικάκο ξέρει μέσα του ότι «στην άκρη του δρόμου παραμονεύει ο άρχων του τρόμου»-, ε, τότε, αυτό το γαμημένο δεύτερο τρίτο, το οποίο στο παρελθόν είχε εμπιστευτεί τις τύχες του (ντρέπομαι που το γράφω) αρχικά στα (ροζιασμένα από το play station) χέρια του κουρασμένου ανιψιού και κατόπιν στα (γεμάτα κάλους απ’ το κανό) χέρια του ηλίθιου γιου, ανακάλυψε την «ανανεωτική αριστερά».

Κι επειδή αυτό το γαμημένο δεύτερο τρίτο, των μικροαστών, μικρόνοων, φοβικών, μίζερων, βολεμένων, μικρών εν γένει, δημοσίων και ιδιωτικών υπαλλήλων, μικροεπαγγελματιών και μικροεισοδηματιών, έχει μάθει στη ζωή του να κοιτάζει μόνο τη βολή του, εμπιστευόμενο την τύχη του σε άλλους -στον αγά, τον παπά, τον τσιφλικά, το βασιλιά, τον εθνάρχη κοκ-, χωρίς ποτέ να την παίρνει στα χέρια του, αφού παράτησε τον καναπέ για να εκτονωθεί σε κάποιες συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας, ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2012 και στις άλλες δύο του 2015 και ξεμπέρδεψε.

Έτσι θεωρεί τουλάχιστον.
Τώρα, το να περιμένεις να κυβερνήσει αυτός ο θίασος, είναι σαν να περιμένεις να σηκωθεί η πούτσα του άγνωστου στρατιώτη και να του την παίζουν οι εύζωνοι μέρα μεσημέρι στο Σύνταγμα.
Αν περιμένεις μάλιστα να σταματήσει η φτωχοποίηση κι η ραγδαία επιδείνωση του βιοτικού μας επιπέδου, τότε πάρε κι ένα τρίγωνο και κάτσε μπροστά στο τζάκι· από στιγμή σε στιγμή, θα σκάσει μύτη ο Άγιος Βασίλης.

Μετά το γαμήσι, δεν έχει μετάνοια (παλιά σέρβικη παροιμία).

Συγγνώμη αν σε κούρασα, ευχαριστώ για τον κόπο που έκανες να διαβάσεις όλα τα παραπάνω και για την ευκαιρία που μας δίνεις να κάνουμε ένα είδος ψυχοθεραπείας, όπως πολύ εύστοχα έγραψε ένας άλλος φίλος εδώ.

Εύχομαι υγεία, αισιοδοξία και δύναμη για τις δύσκολες μέρες που έρχονται

Σ.Α.Μ.

Υ.Γ.1. Από τις εκλογές του 2012 κι έπειτα, η τσογλανοπαρέα ΣΥΡΙΖΑ έκανε τα εξής βήματα που θεώρησε απαραίτητα για την ανάδειξή της στην εξουσία:
i. Ενθυλάκωσε στους κόλπους της όσα από τα ρετάλια του ΠΑΣΟΚ ήταν πρόθυμα να τη βοηθήσουν στο εγχείρημα, χωρίς να προβάλλουν ιδιαίτερες αξιώσεις
ii. Κουβαλώντας ένα μοναδικό αίσθημα κατωτερότητας, προκειμένου να γίνει αποδεκτή από ένα νόθο σύστημα εξουσίας, το οποίο ήθελε απλά να υπηρετήσει και σε καμία περίπτωση να ρίξει ή έστω να αλλάξει, υιοθέτησε όσα ακριβώς υιοθετεί ένας επαρχιώτης από αυτά που θεωρεί ότι χαρακτηρίζουν τη συμπεριφορά των πρωτευουσιάνων, προκειμένου να γίνει σώγαμπρος.

ΥΓ 2. Προσωπικά, μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να καταλάβω πώς άτομα εξαιρετικής ευφυΐας σαν το Βαρουφάκη και τη Ζωή εμπιστεύτηκαν αυτόν το συρφετό των αμοραλιστών εξουσιολάγνων και τον κύκλο των γλοιωδών αυλοκόλακων που περιέβαλαν τον «κενό περιεχομένου» Alexis και τους Παπά & Υιό Γκαίμπελς.

ΥΓ 3. Δεν ξέρω ποια θα ήταν η τροπή των πραγμάτων, αν ο Λαφαζάνης τους ξεμπρόστιαζε, όταν τον φώναξαν στη συζήτηση για το ξεπούλημα της χώρας την επομένη του δημοψηφίσματος στο Προεδρικό Μέγαρο· όφειλε όμως, αν ήταν καθαρός, να μιλήσει γι’ αυτό, αλλά δεν είναι.-

πηγή : πιτσιρίκος