Τρίτη, 12 Ιουνίου 2018

Εκχώρηση της δημόσιας περιουσίας και του εθνικού χώρου στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας.

του Δημήτρη Καζάκη


Νέα σειρά σχεδίων τροποποιημένων συμβάσεων ξεκινά να υπογράφει η κυβέρνηση με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ), προκειμένου να συνεχιστεί και να βαθύνει το μνημονιακό καθεστώς κατοχής και εκποίησης της πατρίδας μας. Το σχέδιο της πρώτης στη σειρά νέας τροποποιημένης δανειακής σύμβασης, που πρόκειται να υπογράψει η κυβέρνηση περιλαμβάνεται στο πολυνομοσχέδιο που αφορά στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2019-2022 και πρόκειται να κυρωθεί εντός της εβδομάδος από την Βουλή.
Η νέα αυτή τροποποίηση της δανειακής σύμβασης με τον ΕΜΣ, έχει σαν αντικείμενο την ενσωμάτωση στα αντισυμβαλλόμενα μέρη και της Ελληνικής Εταιρείας Συμμετοχών και Περιουσίας, γνωστή ως «υπερταμείο». 
Σκοπός αυτής της ενέργειας είναι να τεθεί υπό τον έλεγχο του ΕΜΣ ολόκληρη η ακίνητη και κινητή περιουσία του ελληνικού δημοσίου. Με τον τρόπο αυτό η περιουσία του ελληνικού δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων και των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ως πρόσωπο του διεθνούς δικαίου – δηλαδή η συγκρότηση του εθνικού χώρου και η εδαφική επικράτεια – να είναι σε θέση να εκποιηθεί προς όφελος των δανειστών.
Πάλι η Βουλή καλείται να κυρώσει σχέδιο
Το νέο αυτό σχέδιο δανειακής σύμβασης περιλαμβάνεται στο άρθρο 109 του πολυνομοσχεδίου με τίτλο: «Παροχή εξουσιοδοτήσεων και έγκριση σχεδίου τροποποιητικής σύμβασης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 ν. 4336/2015».

Προσέξτε τον τίτλο γιατί έχει ιδιαίτερη σημασία. Η ελληνική βουλή, όσο παρωδία κι αν έχει καταντήσει, δεν καλείται να κυρώσει ή να εγκρίνει την τροποποιητική σύμβαση, αλλά αφενός να παράσχει εξουσιοδοτήσεις – θα δούμε σε ποιους – και αφετέρου να εγκρίνει μόνο και αποκλειστικά το «σχέδιο» της τροποποιητικής σύμβασης.
Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι η ελληνική βουλή, αυτός ο καραγκιόζ μπερντές των δανειστών, θα εγκρίνει «σχέδιο» τροποποιητικής σύμβασης για να δώσει την εξουσιοδότηση να υπογράψουν άλλοι ύστερα την πραγματική, την αληθινή σύμβαση. Εν αγνοία της βουλής και του ελληνικού λαού.
Είναι το ίδιο με το να σας καλέσει μια τράπεζα να αποδεχθείτε ένα «σχέδιο» δανειακής σύμβασης, το οποίο θα συγκεκριμενοποιηθεί και θα υπογραφεί από κάποιον άλλο, έναν υπάλληλό της – τον οποίο θα σας κάνει τη χάρη να τον επιλέξετε εσείς – τον οποίο εξουσιοδοτείται να αποδεχθεί οτιδήποτε αυτός κρίνει σε βάρος σας. Και μάλιστα εν αγνοία σας. Δηλαδή χωρίς καν να σας ενημερώσει.
Είναι το ίδιο με το να έρθει κάποιος να σας ζητήσει να εγκρίνεται ένα σχέδιο δανειακής σύμβασης, η οποία δίνει εν λευκώ το δικαίωμα σε τρίτους να αποφασίσουν αυτοί τι θα εκποιήσουν από την περιουσία, το εισόδημα, το νοικοκυριό σας και πότε. Κι εσείς θα μάθετε το τι και το πότε μόνο όταν θα εκτελεστεί η εκποίηση.
Η έγκριση του «σχεδίου» σύμβασης από τους βουλευτές είναι στην ουσία η υπογραφή μιας λευκής επιταγής στο όνομα των πολιτών αυτής της χώρας, της οποίας τους όρους, το ποσό και τον τρόπο αποπληρωμής τον διαχειρίζεται άλλος. Χωρίς τη γνώση και την έγκριση κανενός.
Υπάρχει ποιο καταχρηστική μορφή σύμβασης; Ποιος στ’ αλήθεια θα δεχόταν να δεσμεύσει τον εαυτό του και τους δικούς του με αυτόν τον απαράδεκτο και καταχρηστικό τρόπο; Μόνο ο δούλος, ο πεόν, δηλαδή εκείνος που εκχωρεί όχι μόνο βιός, εργασία, νοικοκυριό, αλλά και οικογένεια στη διάθεση του δανειστή.

Καθεστώς νόμιμης αρπαγής.
Η μορφή αυτή έγκρισης «σχεδίων» σύμβασης μας επιστρέφει πίσω στη δικαιοπραξία του μεσαίωνα, όπου ο χωρικός αρκούσε να υπογράψει ένα απλό χαρτί, μια απλή υποσχετική προς στον δανειστή ότι έως ότου τον αποπληρώσει. Ενώ αυτός που τον δάνεισε έχει δικαίωμα πάνω στον ίδιο, το βιός και την οικογένειά του.
Μέχρι και την πίστη του έβαζε ενέχυρο ο άπορος δανειολήπτης του μεσαίωνα. Γι’ αυτό και ιδιαίτερα στον ύστερο μεσαίωνα έχουν διασωθεί χιλιάδες αφορισμοί από εκκλησιαστικά δικαστήρια της δυτικής «πολιτισμένης» Ευρώπης σε βάρος δανειοληπτών κατ’ απαίτηση των δανειστών.
Ο δανειολήπτης στον μεσαίωνα έπρεπε να γνωρίζει μόνο ότι χρωστά. Τίποτε άλλο. Ενώ ο δανειστής αναλάμβανε να κρατά το κιτάπι του χρέους και να διαμορφώνει τις απαιτήσεις του κατά το δοκούν. Τόσο στην επίγεια, όσο και στη μεταθανάτια ζωή του δυστυχή δανειολήπτη. Και την τήρηση της σύμβασης αναλάμβαναν οι δικαστές – κοσμικοί και εκκλησιαστικοί – οι αξιωματικοί του νόμου και οι δήμιοι.
Το καθεστώς αυτό ονομάστηκε στα νεότερα χρόνια ως «νόμιμη αρπαγή» (legal plunder), και την διακρίνει κανείς από το γεγονός πώς αν αυτό που προβλέπει ο νόμος το διέπραττε από μόνο του ένα άτομο, τότε θα είχε θεωρηθεί έγκλημα.

Χούντα υπό καθεστώς εξουσιοδοτήσεων!

Ποιόν καλείται να εξουσιοδοτήσει εν λευκώ η Βουλή για να υπογράψει και να εφαρμόσει την αληθινή σύμβαση; Προσέξτε τι λέει το άρθρο 109 του πολυνομοσχεδίου: «Κατ’ εφαρμογή της ρήτρας 3.4.f της από 19.8.2015 Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης, το σχέδιο της οποίας έχει κυρωθεί με το άρθρο 3 του ν. 4336/2015 (Α’ 94)»
Ποιος είναι ο νόμος 4336/2015; Είναι ο νόμος με τον οποίο κυρώθηκαν τα σχέδια του 3ου και χειρότερου μνημονίου και της τροποποιημένης δανειακής σύμβασης τον Αύγουστο του 2015. Ο νόμος αυτός δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Αρ. Φύλλου 94, 14.8.2015. Πότε υπογράφηκε η αληθινή σύμβαση; Στις 19.8.2015, δηλαδή 5 ημέρες αργότερα! Η δε ρήτρα 3.4.f της από 19.8 Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης δεν την γνωρίζει κανείς, εκτός από αυτούς που την υπέγραψαν.
Και τώρα καλείται η Βουλή να κυρώσει ένα νέο σχέδιο τροποποιημένης δανειακής σύμβασης σε υλοποίηση μιας ρήτρας που η ίδια δεν κύρωσε ποτέ και ούτε καν γνωρίζει. Αν αυτό δεν είναι το απόγειο της αυθαιρεσίας, τότε τι είναι;
Ποιόν εξουσιοδότησε η Βουλή να υπογράψει κρυφά την αληθινή σύμβαση; 
Προσέξτε τι αναφέρει ο νόμος 4336/2015 παρ. 3:
«Παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών η εξουσιοδότηση να υπογράφει, ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου, σύμβαση χρηματοοικονομικής διευκόλυνσης (F.A.F.A.) με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (ESM), τη Συμφωνία Δημοσιονομικών Στόχων και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων (MoU) και τα παραρτήματά τους, τα σχέδια των οποίων κυρώνονται με τη διάταξη και τις τυχόν αναγκαίες τροποποιήσεις, διευκρινήσεις και συμπληρώσεις επί των σχεδίων αυτών και κάθε άλλο αναγκαίο έγγραφο σχετικό με τις συμβάσεις αυτές.»
Με άλλα λόγια το ελληνικό κοινοβούλιο εξουσιοδότησε τον υπουργό οικονομικών να υπογράφει διεθνείς συμβάσεις (δανειακής φύσης και μνημόνια) χωρίς να τα φέρει ποτέ στη Βουλή, ούτε καν να τα δημοσιοποιεί. Και μάλιστα έχει την εξουσιοδότηση να υπογράψει εν αγνοία της Βουλής οτιδήποτε άλλο του απαιτήσουν οι δανειστές: παραρτήματα, τροποποιήσεις, διευκρινήσεις, συμπληρώσεις και κάθε άλλο αναγκαίο έγγραφο!
Να τι προβλέπει τώρα το άρθρο 109 του πολυνομοσχεδίου:
«Παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών η εξουσιοδότηση να υπογράφει, ως εκπρόσωπος της Ελληνικής Δημοκρατίας, τη Σύμβαση προσχώρησης και τροποποίησης της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης (τροποποιητική Σύμβαση), σχέδιο της οποίας κυρώνεται με το παρόν άρθρο, μαζί με τα Παραρτήματά της και τις τυχόν αναγκαίες τροποποιήσεις, διευκρινίσεις και συμπληρώσεις επί του σχεδίου αυτού και κάθε άλλο αναγκαίο έγγραφο σχετικό με τη σύμβαση αυτή.»
Η βουλή λοιπόν αποποιείται τη συνταγματικά ορισμένη νομοθετική της εξουσία προς όφελος της δικτατορικής εξουσίας του υπουργού οικονομικών της κυβέρνησης, ο οποίος μπορεί να υπογράψει ανεξέλεγκτα το οτιδήποτε του ζητηθεί από τους δανειστές. Όχι μόνο την αληθινή σύμβαση, αλλά κάθε λογής Παραρτήματα, τροποποιήσεις, διευκρινήσεις, συμπληρώσεις, όπως και κάθε άλλο αναγκαίο έγγραφο!
Η διαφορά με την κατάλυση της βουλής από μια χούντα με τα όπλα βρίσκεται απλά και μόνο στη μορφή. Πουθενά αλλού. Επί της ουσίας του δημοκρατικού πολιτεύματος, συντελείται ακριβώς το ίδιο. Απλά οι βουλευτές σήμερα αντί να διακινδυνεύσουν τη σύλληψή τους από τους επίδοξους δικτάτορες – που πάντα σ' αυτόν τον τόπο υπηρετούσαν και υπηρετούν ξένα πρωτίστως συμφέροντα – επωφελούνται από την κατάσταση παραδίδοντας οικειοθελώς τις εξουσίες που προβλέπει το σύνταγμα. Και γι’ αυτό δεν είναι ήρωες, ούτε αντιστασιακοί, όπως κάθε κατατρεγμένος από δικτάτορες πολιτικός ή βουλευτής, αλλά προδότες!
Πράξη Εσχάτης Προδοσίας.
Ας θυμηθούμε ότι ο Ποινικός Κώδικας στο άρθρο 134, παρ. 2 αναφέρει ρητά: «Με ισόβια ή πρόσκαιρη κάθειρξη τιμωρείται όποιος,… : α) επιχειρεί με βία ή απειλή βίας ή με σφετερισμό της ιδιότητάς του ως οργάνου του Κράτους να καταλύσει ή να αλλοιώσει ή να καταστήσει ανενεργό, διαρκώς ή προσκαίρως, το δημοκρατικό πολίτευμα που στηρίζεται στη λαϊκή κυριαρχία ή θεμελιώδεις αρχές ή θεσμούς του πολιτεύματος αυτού·»
Στο άρθρο 134Α του Ποινικού Κώδικα με τίτλο Θεμελιώδεις αρχές και θεσμοί του Πολιτεύματος, καθορίζονται ρητά τα εξής:
«Θεμελιώδεις αρχές και θεσμοί του πολιτεύματος θεωρούνται στο πλαίσιο του προηγούμενου άρθρου: α) η ανάδειξη του Αρχηγού του Κράτους με εκλογή· β) το δικαίωμα του λαού να εκλέγει τη Βουλή με γενικές, άμεσες, ελεύθερες, ίσες και μυστικές ψηφοφορίες μέσα στα συνταγματικά χρονικά πλαίσια· γ) το κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης· δ) η αρχή του πολυκομματισμού· ε) η αρχή της διάκρισης των εξουσιών, όπως προβλέπεται στο Σύνταγμα· στ) η αρχή της δέσμευσης του νομοθέτη από το Σύνταγμα και της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας από το Σύνταγμα και τους νόμους· ζ) η αρχή της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης· και η) η γενική ισχύς και προστασία των ατομικών δικαιωμάτων που προβλέπει το Σύνταγμα.»
Οι βουλευτές λοιπόν και η κυβέρνηση με την ψήφιση του άρθρου 109 του πολυνομοσχεδίου, διαπράττουν για μια ακόμη φορά Εσχάτη Προδοσία σύμφωνα με το άρθρο 134 παρ. 2, μιας και με σφετερισμό της ιδιότητάς τους καταλύουν, αλλοιώνουν και καθιστούν ανενεργό το δημοκρατικό πολίτευμα. Πιο συγκεκριμένα καταλύουν, αλλοιώνουν και καθιστούν ανενεργές τουλάχιστον τις αρχές και τους θεσμούς (γ), (ε), (στ) του άρθρου 134Α του Ποινικού Κώδικα.
Τι ορέγονται οι δανειστές;
Τι έχουν βάλει στο μάτι οι δανειστές και θέλουν να αρπάξουν με ένα ακόμη πραξικόπημα; Να θέσουν υπό τον πλήρη έλεγχο του ΕΜΣ την Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας. Με το άρθρο 109 του πολυνομοσχεδίου η Εταιρεία αυτή εντάσσεται στα συμβαλλόμενα μέρη της τροποποιημένης δανειακής σύμβασης.
Η Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε. (ΕΕΣΥΠ) δημιουργήθηκε κατ’ απαίτηση των δανειστών με το νόμο 4389/2016. Ποια είναι η σκοπιμότητα της συγκεκριμένης εταιρείας;
«Η Εταιρεία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Συστήνεται για να εξυπηρετεί ειδικό δημόσιο σκοπό. Ειδικότερα, η Εταιρεία διαχειρίζεται και αξιοποιεί τα περιουσιακά της στοιχεία προκειμένου να: (α) συνεισφέρει πόρους για την υλοποίηση της επενδυτικής πολιτικής της χώρας και για την πραγματοποίηση επενδύσεων που συμβάλλουν στην ενίσχυση της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και β) συμβάλει στην απομείωση των οικονομικών υποχρεώσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας, σύμφωνα με το ν. 4336/2015 (A΄ 94).»
Ενώ αναφέρεται ότι η Εταιρεία λειτουργεί χάριν του «δημοσίου συμφέροντος», αλλά με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, ο νόμος αποσαφηνίζει: «Η Εταιρεία δεν ανήκει στο δημόσιο ή ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός εκάστοτε ορίζεται. Οι διατάξεις που αναφέρονται σε δημόσιες επιχειρήσεις, υπό την έννοια του ν. 3429/2005 (Α΄314), δεν εφαρμόζονται ως προς την Εταιρεία, εκτός αν αυτό ρητά προβλέπεται στον παρόντα νόμο.»
Με άλλα λόγια η Εταιρεία δεν υπόκειται στον έλεγχο του δημοσίου, υπό οποιαδήποτε μορφή, ούτε είναι υποχρεωμένη να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον των Ελλήνων πολιτών, αλλά λειτουργεί αποκλειστικά προς όφελος της ιδιωτικής οικονομίας. Ενώ ως «δημόσιο συμφέρον» νοείται μόνο και αποκλειστικά η πραγματοποίηση επενδύσεων για την ενίσχυση της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας γενικά κι αόριστα. Χωρίς να καθορίζονται κριτήρια και όροι, έτσι ώστε το δημόσιο συμφέρον να ταυτίζεται με το ιδιωτικό συμφέρον πολύ συγκεκριμένων επενδυτών και οικονομικών παραγόντων.
Η Εταιρεία αυτή έχει σαν σκοπό την εκποίηση όχι μόνο της δημόσιας περιουσίας υπέρ ιδιωτών στο όνομα των επενδύσεων, αλλά και για την απομείωση των «οικονομικών υποχρεώσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας». Προσέξτε όμως. Η Εταιρεία αυτή μπορεί να εκποιήσει τα πάντα. Κάθε λογής Συμμετοχή και Περιουσία των Ελλήνων. Κι όχι μόνο του δημοσίου.
Οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο της εκχωρηθεί με απλή απόφαση του υπουργού οικονομικών. Συμπεριλαμβανομένων και των θεωρητικά αναπαλλοτρίωτων υλικών και άυλων περιουσιακών δικαιωμάτων που προέρχονται από τη διεθνή προσωπικότητα του ελληνικού κράτους. Δηλαδή τα μνημεία του παγκόσμιου πολιτισμού, που βρίσκονται στο έδαφος της Ελλάδας, αλλά και την γεωγραφική επικράτεια του εθνικού χώρου (χωρικά ύδατα, εναέριος χώρος, εδαφική συγκρότηση).
Να γιατί οι δανειστές την έχουν ονομάσει «Ελληνική» Εταιρεία κι όχι Εταιρεία της δημόσιας περιουσίας, όπως π.χ. έγινε με το ΤΑΙΠΕΔ (Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου). Έχουν βάλει στο μάτι το σύνολο της περιουσίας των Ελλήνων. Κινητής και ακίνητης. Υλικής και άυλης.

Στα πλαίσια αυτά η ΕΕΣΥΠ έχει ως θυγατρικές τις κάτωθι:

α. Το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, μέσω του οποίου ελέγχεται από τους δανειστές το σύνολο του συστημικού τραπεζικού συστήματος.
β. Το Ταμείο Αξιοποίησης της Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου του ν. 3986/2011 (Α΄ 152) («ΤΑΙΠΕΔ»).
γ. Η Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου ΑΕ του ν. 2636/1998 (Α΄ 198) («ΕΤΑΔ»).
δ. Η Εταιρεία Δημοσίων Συμμετοχών Α.Ε., η οποία αφορά στις Συμμετοχές του ελληνικού δημοσίου σε επιχειρήσεις και φορείς που είτε λειτουργούν ως ΑΕ στο χρηματιστήριο, είτε όχι.
Ενέχυρο η περιουσία των Ελλήνων.
Με βάση το σχέδιο της νέας τροποποιητικής δανειακής σύμβασης του άρθρου 109, η ΕΕΣΥΠ θα μπορεί να δανειστεί αυτοτελώς από τον ΕΜΣ με άμεση υποθήκη του συνόλου των περιουσιακών της στοιχείων. Ενώ με το άρθρο 14.2Α του σχεδίου η ΕΕΣΥΠ «αμετάκλητα και άνευ όρων»:
«14.2Α.1 εγγυάται στον ΕΜΣ την έγκαιρη εκπλήρωση από το δικαιούχο κράτος μέλος των υποχρεώσεων του δικαιούχου κράτους μέλους βάσει της σύμβασης.
14.2Α.2 υπόσχεται στον ΕΜΣ ότι κάθε φορά που το δικαιούχο κράτος μέλος δεν καταβάλλει ποσό οφειλόμενο βάσει ή σε σχέση με τη Σύμβαση, η ΕΕΣΥΠ μετά από αίτημα θα φέρει την ευθύνη καταβολής αυτού του ποσού σαν να ήταν ο κύριος οφειλέτης, εφόσον τα συνολικά καταβλητέα ποσά βάσει αυτής της εγγύησης δεν θα υπερβαίνουν συνολικά τα 25.000.000.000 ευρώ…»
Με άλλα λόγια η ΕΕΣΥΠ θα μπορεί να δανείζεται από τον ΕΜΣ στο όνομα του ελληνικού κράτους, χωρίς να χρειάζεται η κύρωση από το ελληνικό κοινοβούλιο ούτε καν «σχεδίου» δανειακής σύμβασης. Και ταυτόχρονα η ΕΕΣΥΠ εγγυάται στον ΕΜΣ την έγκαιρη εκπλήρωση από το δικαιούχο κράτος το σύνολο του χρέους.
Ταυτόχρονα, αν για οιονδήποτε λόγο το ελληνικό κράτος δεν θα μπορεί να δανειστεί για να πληρώσει τον ΕΜΣ, τότε υπόχρεη να τον πληρώσει είναι η ΕΕΣΥΠ με εκποίηση ή εκχώρηση περιουσιακών της στοιχείων ύψους έως και 25 δις ευρώ.
Προσέξτε μηχανή που στήνουν. Με τον τρόπο αυτό περνά υπό τον άμεσο έλεγχο του ΕΜΣ το σύνολο της περιουσίας όχι μόνο του δημοσίου, αλλά του συνόλου των Ελλήνων. Είναι η πρώτη φορά μετά τα γνωστά «δάνεια της ανεξαρτησίας» του 1824, που ενυποθηκεύεται το σύνολο της περιουσίας των Ελλήνων.
Τότε το απαίτησαν οι Βρετανοί δανειστές για να έχουν εξασφάλιση είτε στην περίπτωση που η επανάσταση θα πετύχαινε τους στόχους της και θα δημιουργούσε ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, είτε στην περίπτωση που έχανε και οι Έλληνες θα επέστρεφαν στην κατάσταση ραγιά. Στη δεύτερη περίπτωση οι Έλληνες ραγιάδες στο Ρουμ Μιλέτ του Σουλτάνου θα εξακολουθούσαν να χρωστούν στους Βρετανούς δανειστές με ενέχυρο τα προσωπικά τους υπάρχοντα.
Σήμερα, γιατί επανερχόμαστε σ’ αυτού του είδους την ενεχυρίαση της περιουσίας των Ελλήνων; Υπάρχει κάτι ανάλογο σε κανένα άλλο κράτος της Ευρώπης; Ή μήπως επιβλήθηκε σε καμιά άλλη χώρα του κόσμου γιατί χρωστούσε στο ΔΝΤ, ή σε άλλους δανειστές; Γιατί επιβάλλεται σε μας κάτι τέτοιο, όταν δεν έχει επιβληθεί σε καμιά άλλη χώρα του κόσμου; Ούτε καν στις αποικίες της τρίτου κόσμου.
Γιατί κάτι τέτοιο είναι αποδεχτό και δυνατό, ενώ το να ανατρέψει ο λαός μας ολόκληρο το καθεστώς της μνημονιακής και δανειακής κατοχής είναι αδιανόητο;
Γιατί το να επιβάλουν οι Ευρωπαίοι δανειστές ένα πρωτοφανές για την παγκόσμια κοινότητα κρατών, καθεστώς εκποίησης και διάλυσης της χώρας είναι απολύτως φυσιολογικό;
Γιατί κανένας δεν αναρωτιέται πού αλλού συμβαίνουν τέτοια τερατώδη πράγματα εναντίον ενός λαού και μιας χώρας, αλλά γίνεται ο κακός χαμός και μόνο στη σκέψη ότι μπορούμε να γλυτώσουμε το ζυγό και τον αφανισμό με την έξοδό μας από το ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση;
Όπως και να έχει με την ψήφιση και αυτού του σχεδίου δανειακής σύμβασης, το ελληνικό κράτος μετατρέπεται τελεσίδικα σε βιτρίνα, σε άδειο πουκάμισο, σε άλλοθι για τον ολοκληρωτικό έλεγχο της χώρας από τους δανειστές.

Τρίτη, 8 Μαΐου 2018

Τρ.Ζιάτας: «Η δύναμη της γνώσης κρύβεται στη διασπορά της»


Ο 36χρονος γεωπόνος Τρύφωνας Ζιάτας από τις Ράχες του δήμου Ανδρίτσαινας-Κρεστένων μιλάει στην εφ.Πατρίς για τη γοητεία της Γεωπονικής, για τις δυνατότητες γύρω από τον πρωτογενή τομέα, για τη δύναμη της γνώσης, αλλά και για το επίπεδο της ελληνικής εκπαίδευσης και τη στασιμότητα της Ηλείας.

Τι σε ώθησε να ακολουθήσεις τον κύκλο σπουδών της Γεωπονικής;
H ευρύτητα της επιστήμης με την πληθώρα πεδίων δράσης και έρευνας, η ταυτόχρονη συσχέτισή της με το περιβάλλον, την ανάπτυξη, την τεχνολογία και την οικονομία, καθώς και η συνεχής εξέλιξή της και η πλαστικότητά της στις ανθρώπινες ανάγκες και απαιτήσεις ήταν αυτά που με «τράβηξαν». Το ότι γεννήθηκα και μεγάλωσα σε αμιγώς αγροτική περιοχή σε αγροτική οικογένεια, η καλή φήμη των ελληνικών Γεωπονικών Πανεπιστημίων και η γενικότερη φιλοσοφία και αντίληψή μου συνετέλεσαν σε αυτήν την επιλογή. Πρόκειται για γοητευτική και «ζωντανή» επιστήμη. Η αρχιτεκτονική του αγροτικού τοπίου σε αποζημιώνει με τον καλύτερο τρόπο.

Θεωρείς ότι υπάρχει περιθώριο επαγγελματικής ενασχόλησης με τον πρωτογενή τομέα στη σημερινή Ελλάδα;

Ναι, αλλά με προϋποθέσεις και όχι με ευχολόγια. Διαβάζω χαρακτηρισμούς όπως «ραχοκοκαλιά της οικονομίας» και «πυλώνας εξόδου από την κρίση», με αποτέλεσμα να αποδίδονται στον πρωτογενή τομέα δυνατότητες που δεν τις έχει, τουλάχιστον τώρα. Πρέπει να επαναφέρουμε τη συζήτηση στο πραγματικό πλαίσιο, για να συμβάλουμε ουσιαστικά στην ανάταξή του και στην αύξηση της συμβολής στο ΑΕΠ. Θέσεις εργασίας μπορούν να δημιουργηθούν όχι μόνο άμεσα, στον χώρο της παραγωγής, αλλά σαφώς και σε υποστηρικτικές υπηρεσίες, όπως η έρευνα και η ανάπτυξη, ο ποιοτικός έλεγχος, η ανάπτυξη καναλιών πωλήσεων, το μάρκετινγκ, η εφοδιαστική αλυσίδα.

Για ποιο λόγο πιστεύεις ότι ο πρωτογενής τομέας της Ελλάδας συρρικνώθηκε τα τελευταία 30 χρόνια;
Η ποσοστιαία συμμετοχή του πρωτογενούς τομέα φθίνει, καθ’ ότι η ζήτηση και οι πόροι της οικονομίας προσανατολίζονται στην αγορά αγαθών και υπηρεσιών. Η μείωση του ειδικού βάρους του πρωτογενούς τομέα οφείλεται σε μηχανισμούς του οικονομικού συστήματος και δεν συνδέεται με καλή ή κακή αγροτική πολιτική ούτε με καλές ή κακές προθέσεις. Βέβαια, για κακή αγροτική πολιτική μπορεί να γίνεται λόγος -και αυτό αφορά την ελληνική περίπτωση τουλάχιστον την τελευταία δεκαετία- όταν η μείωση του ειδικού βάρους οφείλεται στη στασιμότητα ή ακόμη και στη μείωση της παραγωγής του και όχι στην ταχύτερη ανάπτυξη των άλλων τομέων.

Γιατί επικρατεί η αίσθηση περιφρόνησης των επαγγελμάτων που σχετίζονται με την αγροτική παραγωγή;
Αυτό ξεκινά από την πολιτική τάση μέσω της παιδείας και της κοινής οικογενειακής λογικής που επικράτησε, αφού όλη η ελληνική οικογένεια εξαργύρωνε την όποια επιτυχή έκβαση μιας κοπιώδους προσπάθειας μέσα από την επαγγελματική καταξίωση σε τομείς που συρρικνώθηκαν. Η αλματώδης ανάπτυξη της κατασκευής και της χρηματοοικονομικής, αλλά και η επίπλαστη οικονομική ανάπτυξη αποαγροτικοποίησαν την ελληνική ύπαιθρο αποπροσανατολίζοντάς την ή εγκλωβίζοντάς την στα ήδη κεκτημένα.

Η Ηλεία είναι μια περιοχή που βασίζεται στο αγροτικό εισόδημα, αλλά η ανεργία παραμένει υψηλή με αρνητικό αναπτυξιακό δείκτη. Τι έχουμε κάνει λάθος και πώς πιστεύεις ότι διορθώνεται;
Προφανώς και η Ηλεία ακολουθεί την πορεία της ελληνικής επικράτειας. Η εξέλιξη της αγροτικής παραγωγής στην Ελλάδα κατά την τελευταία 30ετία, από την ένταξή της στην ΕΕ, προώθησε τη συγκεντροποίηση της παραγωγής με άνοδο της παραγωγικότητας (στρεμματικής απόδοσης) και ταυτόχρονα ανέδειξε την αντιφατικότητα αυτής της εξέλιξης. Οι δεσμεύσεις της ΚΑΠ, η υποχώρηση του όγκου παραγωγής και η επαρκής κάλυψη της εγχώριας ζήτησης με εισαγωγές αντίστοιχων προϊόντων, ιδιαίτερα από χώρες-μέλη της ΕΕ, διαμόρφωσαν αρνητικό αγροτικό-εμπορικό ισοζύγιο. Παρ’ όλα αυτά η Ηλεία διαθέτει αξιοζήλευτο επίπεδο σε προϊόντα, παραγωγούς και γεωπόνους.

Τα τρία μεταπτυχιακά σου μαρτυρούν διάθεση για συνεχή εκπαίδευση και κατάρτιση. Τελικά η γνώση είναι δύναμη;
Η ανάγκη για αυτοβελτίωση είναι αστείρευτη. Κανείς δεν φτάνει πουθενά και ποτέ αν θεωρήσει πως «ξεμπέρδεψε» με την εκπαίδευση και τη γνώση. Η επιστήμη εξελίσσεται και μαζί της κι εμείς. Όχι για τη συλλογή βαρύγδουπων τίτλων, αλλά για τη γνώση και την πληροφορία που δεν σταματά να ανανεώνεται. Το επόμενο στοίχημα είναι η διαχείριση και η διακίνηση της γνώσης. Η δύναμη της γνώσης είναι στη διασπορά της.

Ποια εικόνα έχεις σχηματίσει για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα;
Θα έλεγα ότι εμπεριέχει αντιφάσεις. Αποκλείει πολλές κοινωνικές ομάδες και έξυπνους ανθρώπους ενισχύοντας τον ανταγωνισμό, συχνά προωθεί την αριστεία της τυποποιημένης γνώσης και την στεγανοποίησή της. Ωστόσο, παρέχει ουσιαστική θεωρητική γνώση και επιβιώνει από το φιλότιμο και το μεράκι του εκπαιδευτικού προσωπικού. Γνώρισα πραγματικούς δασκάλους με βαθιά γνώση και διάθεση για εξέλιξη, έρευνα και με πολύ φιλότιμο. Υστερούμε στην προσβασιμότητα και στην ισότητα, στον προσανατολισμό και στη στόχευση. Παρόλα αυτά, δεν ξεχνώ τη φράση ενός ξένου καθηγητή πανεπιστημίου: «Οι Έλληνες, ακόμα κι αν χαλάσει το λογισμικό, μπορείτε εύκολα να βρείτε τη συνάρτηση». Είμαστε φυτώριο επιστημόνων.

*Συνέντευξη στον Παναγιώτη Φωτεινόπουλο
πηγή: patrisnews.com

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2018

Έχουν τα μπρόκολα ψυχή;

του Γελωτοποιού



Δόκιμος μοναχός: «Δάσκαλε, ο σκύλος έχει βουδιστική φύση;»
Γέρος μοναχός: «Γαβ».
~~
Μετά από μια μικρή εισαγωγή για τον Ντοστογιέφκσι και τη «ρωσική ψυχικότητα» η καθηγήτρια μας είπε ότι στην αιτιατική πτώση κλίνονται διαφορετικά τα έμψυχα απ’ τα άψυχα.
«Στα έμψυχα συμπεριλαμβάνονται κι οι κατσαρίδες ή τα μπρόκολα;» τη ρώτησα.
«Конечно (κανιέσνα-φυσικά)», απάντησε εκείνη.
«Τότε μάλλον θα έπρεπε να μιλάμε για έμβια και όχι για έμψυχα», της είπα.
«Γιατί;» έκανε εκείνη. «Το ίδιο δεν είναι;»
~~
Οι περισσότερες θρησκείες θα διαφωνούσαν. Με λίγες εξαιρέσεις (όπως στο βουδισμό και στον ανιμισμό) το μόνο ζωντανό που έχει ψυχή είναι ο άνθρωπος.
Νομίζω ότι κι οι γυναίκες των ανθρώπων δεν είχαν εξαρχής ψυχή, μέχρι που κάποια σύνοδος τους έκανε τη χάρη να τις εντάξει στα έμψυχα.
Ίσως η ρωσική γλώσσα να κράτησε αυτή την ιδιαιτερότητα της κλίσης των ουσιαστικών απ’ τον προχριστιανικό παγανισμό, όπου κάθε σαμάνος συνδεόταν με το ζώο-φυτό της ψυχής του.
Όμως σίγουρα ο χριστιανισμός δεν προσδοκά ανάσταση σκύλων και γάτων.
~~
Μα δεν έχουν ψυχή τα ζώα; Δες πώς με κοιτάει ο σκύλος μου, δες εκείνο το δελφίνι που μαράζωσε σαν πέθανε ο σύντροφος του.
Με την επινόηση της ψυχολογίας και του σύγχρονου κόσμου μπήκαν στην κατηγορία «έμψυχα» περισσότερα ζώα.
Πλέον έμψυχο είναι ότι έχει θυμικό παρόμοιο με το ανθρώπινο. Αν κάτι έχει συναισθήματα, νιώθει θλίψη και πόνο και χαρά, τότε μας μοιάζει αρκετά για να το κλίνουμε ως έμψυχο.
Σε κάποια πολιτεία των ΗΠΑ έγινε μια δίκη, για το δικαίωμα των ανθρώπων να βράζουν ζωντανούς τους αστακούς και τα καβούρια. Ο δικαστής αποφάνθηκε ότι τα αρθρόποδα δεν νιώθουν πόνο όπως τα θηλαστικά, οπότε μπορούμε να τα πετάμε σε κατσαρόλες με βραστό νερό.
Και πριν νιώσετε αποτροπιασμό θυμηθείτε ότι στην ίδια κατηγορία (αρθρόποδα) ανήκει το 80% των ζώων, μαζί με τις κατσαρίδες και τα κουνούπια. Όμως κανείς δεν νιώθει άσχημα όταν σκοτώνεται (ή τρώγεται) μια κατσαρίδα.
~~
Μήπως, ανθρωποκεντρικά, μπορούμε να ορίσουμε ως έμψυχο όποιο έχει ανεπτυγμένη ευφυΐα;
Τα δελφίνια, οι χιμπαντζήδες και τα χταπόδια είναι έξυπνα ζώα. Τα σκουλήκια και οι μέδουσες δεν έχουν καν εγκέφαλο. Οπότε αυτά δεν κλίνονται ως έμψυχα;
Λάθος, λέει η ρωσική γραμματική. Και οι μέδουσες είναι έμψυχα.
Και με τα φυτά (ή τους μύκητες) τι γίνεται; Σίγουρα μια μέδουσα ή ένας σπόγγος δεν είναι περισσότερο έμβιος από ένα κυπαρίσσι ή ένα αμανίτα μουσκάρια.
~~
Μήπως πρέπει να τα κρίνουμε-κλίνουμε σύμφωνα με τον χρόνο που ζουν; Ένα μπαομπάπ δέντρο είναι αιωνόβιο, ενώ ένα μανιτάρι ζει λίγες μέρες.
Μήπως κριτήριο είναι η χρησιμότητα τους για τον άνθρωπο, οικοσύστημα, τη Γαία;
~~
Τις προάλλες ήρθε ένα συνεργείο του δήμου, από σοφούς πιθήκους που έχουν facebook όπως ο υποφαινόμενος, και κλάδεψε όλα τα δέντρα της γειτονιάς.
Οι μουριές απέμειναν ακρωτηριασμένες να δείχνουν με τα κουτσουρεμένα τους κλαδιά τον ουρανό
(μελοδραματικός ανθρωπομορφισμός).
Όταν έκατσα στο μπαλκόνι για να γράψω θαύμασα μια εξαώφορη λεύκα απέναντι, που γλίτωσε απ’ τη γενοκτονία. Αυτό το δέντρο σίγουρα κλίνεται ως έμψυχο, τόσο μεγαλειώδες και όμορφο που είναι.
Έπειτα κοίταξα λίγο πιο κοντά και άκουσα το άρωμα απ’ το ζουμπούλι που φυτέψαμε σε μια γλάστρα.
Εκείνο θα ζήσει λιγότερο καιρό, μα δεν μπορώ να το φανταστώ ως λιγότερο έμψυχο από μένα ή την αιωνόβια λεύκα απέναντι.
Λίγο αργότερα έκατσα να δω ένα ντοκιμαντέρ για τους ωκεανούς με τον Τηλέμαχο. Εκεί μάθαμε ότι το 70% του οξυγόνου που αναπνέουμε εμείς οι σοφοί πίθηκοι προέρχεται απ’ το φυτικό πλαγκτόν, κάτι απειροελάχιστα σε μέγεθος φυτά που κολυμπάνε ανέμελα απ’ την Ανταρκτική ως την Τζαμάικα.
Το πλαγκτόν κλίνεται ως έμψυχο ή ως άψυχο στη ρωσική γλώσσα;
Ποιος ορίζει αν κάποιο έμβιο ον είναι πιο σημαντικό από κάποιο άλλο;
~~
Τέλος είδα τη φωτογραφία του ζευγαριού που υιοθέτησε ένα μπρόκολο (hoax).
Αρχικά γέλασα, μετά σκέφτηκα ότι υιοθετούμε ανθρώπους, σκύλους, γουρούνια, ψάρια, ακόμα και αρθρόποδα (ένα είδος κατσαρίδας είναι δημοφιλές κατοικίδιο). Φυτεύουμε και φροντίζουμε ζουμπούλια. Οπότε, γιατί να τρώμε και τα μπρόκολα, αντί να τα νανουρίζουμε;
Ίσως κι εγώ να υιοθετήσω τα εκατομμύρια βακτήρια που ζουν στο σώμα μου.
Τα βακτήρια, κυρία Τατιάνα, κλίνονται ως έμψυχα στα ρωσικά;
~~
ΥΓ: Κι έτσι γεννιέται μια καινούρια διάκριση, ένας νέος ρατσισμός, που ούτε οι πιο φανατισμένοι αντισπισιστές δεν μπορούν να κατανοήσουν ακόμα.
Γιατί να διακρίνουμε ως ανώτερα τα έμβια απ’ τα άβια;
Το ψάρι είναι πιο σημαντικό απ’ το νερό; Η πεταλούδα απ’ το χώμα; Το δέντρο απ’ το βουνό; Η γάτα απ’ τον πίνακα του Ρέμπραντ; Ο σκύλος απ’ το φωτόνιο; Ο άνθρωπος απ’ το υδρογόνο; Η Γη απ’ το μεσοαστρικό κενό; Ο θεός απ’ το χάος;
Αναρωτιέμαι… Ο θεός έχει ψυχή; Πώς κλίνεται;
πηγή: sanejoker.info

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

Το Βατούμ των Ελλήνων

Στις διηγήσεις των Ποντίων της πρώτης γενιάς περίοπτη θέση δίπλα στις ιστορικές κοιτίδες του Ελληνισμού της Μαύρης Θάλασσας, όπως η Τραπεζούντα, η Κερασούντα, η Αμισός και η Σινώπη, καταλαμβάνει και μια πόλη με ξενικό όνομα, η οποία μάλιστα γεωγραφικά και ιστορικά δεν εντάσσεται σε αυτό πού εννοούμε λέγοντας Πόντος: το Βατούμ. Τις τελευταίες όμως δεκαετίες της ζωής των Ελλήνων του Πόντου στην ιστορική πατρίδα τους, είχε συνδεθεί τόσο στενά με τύχη του Ποντιακού Ελληνισμού, όντας το συνηθέστερο ασφαλές καταφύγιό τους απέναντι στην καταπίεση και την αυθαιρεσία των Τουρκικών αρχών, ώστε την αγάπησαν δικαιολογημένα σαν δική τους.

Το Βατούμ, ο «Βαθύς Λιμήν» της αρχαιότητας βρίσκεται εκεί ακριβώς που οι αρχαίοι Έλληνες τοποθετούσαν τη μυθική Κολχίδα. Υπό την έννοια αυτή δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στο λιμάνι της πόλης δεσπόζει σήμερα ένα γιγαντιαίο άγαλμα της Μήδειας!

Επί πολλούς αιώνες το Βατούμ παρέμενε ένα μάλλον μέτριο σε μέγεθος χωριό, γνωστό μόνο για το ασφαλές λιμάνι του και τις οχυρώσεις που πραγματοποίησαν σε αυτό οι κατά καιρούς κύριοι του. Το 1627 καταλήφθηκε οριστικά από τους Τούρκους, οπότε και άρχισε η διαδικασία εξισλαμισμού της Ατζαρίας (της παραθαλάσσιας περιοχής της Γεωργίας, που έχει πρωτεύουσα το Βατούμ). Το 1807 το τουρκικό Μπατούμ διέθετε πληθυσμό 5.000 κατοίκων και αποτελούσε το κέντρο του Οθωμανικού δουλεμπορίου στην περιοχή της Υπερκαυκασίας.
Το 1878 με τη γνωστή Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου η πόλη και η ενδοχώρα της προσαρτήθηκαν στην Τσαρική Ρωσία. Υπό τη ρωσική διακυβέρνηση το Βατούμ αναδείχτηκε γρήγορα στο σημαντικότερο λιμάνι της περιοχής του Καυκάσου, έπειτα από αθρόες κυβερνητικές επενδύσεις σε έργα ναυτιλιακής υποδομής. Η σπουδαιότητά του οφείλεται στο ότι ήταν το ασφαλέστερο λιμάνι ολόκληρης της ακτής από το Κερτς έως τη Σινώπη και η ανάπτυξή του βασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στις διαρκώς αυξανόμενες εξαγωγές πετρελαίου από το Μπακού που έδινε την εποχή εκείνη το 1/3 της παγκόσμιας πετρελαιοπαραγωγής. To 1883 εγκαινιάστηκε o Υπερκαυκασιακός Σιδηρόδρομος που συνέδεε το Μπακού με το Βατούμ, γεγονός που απογείωσε στην κυριολεξία την οικονομική ζωή της πόλης, η οποία μέσα σε χρόνο ρεκόρ γέμισε από σύγχρονες βιομηχανίες, διυλιστήρια, μονάδες παραγωγής κηροζίνης κ.α.

Η ολοένα και αυξανόμενη σημασία του Βατούμ δεν ήταν δυνατόν να αφήσει αδιάφορους τους Έλληνες του Πόντου, ιδιαίτερα τους δαιμόνιους εμπόρους των Σουρμένων, που ήταν άλλωστε μία από τις πιο κοντινές προς το Βατούμ περιοχές του Πόντου. Έτσι ήδη από τα χρόνια ζωής του Βατούμ ως σύγχρονης πόλης, τη δεκαετία του 1880 πάρα πολλοί Σουρμενίτ’ εγκατέλειψαν την πατρίδα τους κι εγκαταστάθηκαν οριστικά σε αυτό. Σιγά-σιγά ο αριθμός τους αυξήθηκε σχηματίζοντας μια μικρή Ελληνική παροικία. Από τότε και μέχρι τη φυγή των Ελλήνων, οι Σουρμενίτ’ αποτελούσαν την πιο πολυάνθρωπη και συμπαγή, και δεμένη ομάδα στο εσωτερικό της Ελληνικής κοινότητας του Βατούμ, και εκείνη που κατείχε πάντοτε τα πρωτεία στην κοινοτική οργάνωση των Ελλήνων και την πλειοψηφία του Δ.Σ. της Ελληνικής κοινότητας. Αυτοί άλλωστε ήταν και οι κτήτορες του Αγίου Νικολάου, της ελληνικής εκκλησίας της πόλης, γύρω από την οποία συσπειρωνόταν ολόκληρη η ελληνική παροικία.
Οι Έλληνες του Βατούμ ανήκαν σε όλα τα κοινωνικά στρώματα της πόλης. Δίπλα στους μεγαλοαστούς εμπορευόμενους, χαρακτηριστικές εικόνες από τη ζωή των οποίων μας δίνει η συγγραφέας της «Λωξάνδρας», Μαρία Ιορδανίδου στο μυθιστόρημά της «Διακοπές στον Καύκασο» (1965), βρίσκουμε καταστηματάρχες, μικροέμπορους, τεχνίτες και, φυσικά, ανθρώπους της εργασίας.

Τα τελευταία χρόνια πριν την ανταλλαγή στην πόλη του Βατούμ κυκλοφορούσαν δύο πολύ ελληνικές εφημερίδες, ο «Αργοναύτης», ιδιοκτησίας Στ. Γαληνού, και ο «Ελεύθερος Πόντος», που εξέδιδε ο γιατρός Θεοφύλακτος Θεοφύλακτος. Ευτυχώς τα τεύχη των δύο αυτών εφημερίδων, που απαλλαγμένες από τη λογοκρισία των τουρκικών αρχών μπορούσαν να περιγράψουν με απόλυτη ελευθερία τις ωμότητες που συνέβαιναν στο γειτονικό Πόντο, έχουν διασωθεί και προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες στους σύγχρονους ερευνητές.

Την εποχή της μεγάλης δοκιμασίας των Ελλήνων του Πόντου τόσο η Ελληνική Κοινότητα ως συλλογικός φορέας, όσο και μεμονωμένοι εύποροι Έλληνες της πόλης ενίσχυαν μέσω διαφόρων επιτροπών τους χειμαζόμενους  Έλληνες του Πόντου.

Οι πιο δραματικές στιγμές που γνώρισε η ελληνική κοινότητα του Βατούμ ήρθαν μετά το 1918, όταν στην πόλη συγκεντρώθηκαν χιλιάδες πρόσφυγες, οι οποίοι προέρχονταν είτε από τον Πόντο και είχαν ακολουθήσει το διαλυμένο τσαρικό στρατό που εγκατέλειπε την Τραπεζούντα, είτε από τα ποντιακά χωριά του Καρς, που είχαν καταληφθεί από τους Τούρκους, είτε τέλος από τις ακμάζουσες άλλοτε κοινότητες της Νότιας Ρωσίας και έφευγαν για να αποφύγουν την προέλαση των επαναστατών. Όλοι αυτοί συνωστίστηκαν υπό άθλιες συνθήκες στην περιοχή γύρω από το λιμάνι της πόλης, με σκοπό να μπορέσουν να ταξιδέψουν για την Ελλάδα. Σύμφωνα με την επίκουρη καθηγήτρια του Δ.Π.Θ. Μαρία Βεργέτη γύρω στο 1/3 των προσφύγων που είχαν μαζευτεί στο Βατούμ πέθανε από τις κακουχίες πριν προλάβει να φύγει για την Ελλάδα, όπου τελικά έφτασαν λίγο πάνω από τους μισούς!

Χαρακτηριστικό του δράματος των προσφύγων που είχαν συγκεντρωθεί στο Βατούμ , είναι το παρακάτω απόσπασμα από εφημερίδα της εποχής:

«Εν τω νεκροταφείω: Βαρύ και λυπηρόν είναι να γράψωμεν περί τούτου. Καθ' εκάστην πρωίαν το Νεκροταφείον παρουσιάζει φοβερό θέαμα. 
Εδώ και εκεί, πάνω εις τα χόρτα, είτε εις δρομίσκους πλησίον των τάφων παρατηρούνται τεμάχια ανθρωπίνου κρέατος, κόκκαλα και εντόσθια. Ταύτα είναι έργον των πεινασμένων θώων, οίτινες ανασκάπτωσιν από την γήν νεωστί ενταφιασμένους νεκρούς. 

Μη νομίσετε ότι δια τούτο ενοχοποιούμεν κανέναν δι’ έλλειψιν επιθεωρήσεων. Ουχί. Εδώ έχομεν έργον μεγάλου δυστυχήματος, της τελευταίας πράξεως της προσφυγικής τραγωδίας. 
Ο λόγος είναι περί Ελλήνων προσφύγων του Κάρς και άλλων μερών. Περί της δυστυχίας αυτών πολλά εγράφησαν, αλλά λίγα επράχθησαν. Αυτοί οι δυστυχισμένοι Έλληνες ζώντες υπό συνθήκας ανυποφέρτους από οικονομικής και υγειονομικής απόψεως αναμένουσιν εν τη παραλία ατμόπλοια και ησύχως άνευ θορύβου αποθνήσκουσιν. 

Από τους πρόσφυγας ούτους έμειναν άνω των 11.000 ψυχών εκ των οποίων τους 4.000 δύνανται να παραλάβει το εν λιμένι ατμόπλοιον «Ελευθερία». Πότε θα έλθουν άλλα μεταφορικά άγνωστον. Οι δε δυστυ­χείς πρόσφυγες αποθνήσκουσιν οσημέραι ελαφρυούντες ούτω το έργον της μεταφορικής υπηρεσίας, διότι επιτέλους ολίγοι μόνον άνθρωποι θα μεταφερθώσιν. 

Οι θάνατοι εις τα σκηνώματα τούτων διακυμαίνονται 10-30 κατά το ημερονύκτιον. Οι Έλληνες πρόσφυγες κατήντησαν παντελώς πένητες, προσπαθούσι να αποφύγωσι την Υγειονομική Επιθεώρηση και τον ιερέα ακόμη, ούτω δε θάπτουσι τους νεκρούς των ησύχως κατά τας νύκτας βιαζόμενοι. Και φοβούμενοι να παρατηρήσωσιν πέριξ των. Διο εν τη βία οι δυστυχείς ούτοι δεν δύνανται να ανοίξωσι βαθείς, τάφους και αναγκάζονται τους αγαπητούς τους νεκρούς να θάψωσιν εκ τά­φους μη έχωσιν βάθος πλέον του ημίσεως πήχεως. Και μετά την αναχώρησιν εκ του αβαθούς τάφου τους νεκρούς, ους κατατεμαχίζοντας τελούσι τα όργια αυτών και ούτω δεν δίδωσι ησυχίαν εις τους δυστυ­χείς πρόσφυγες έστω και μετά θάνατον».

Την περίοδο 1919-1924 όσοι από τους πρόσφυγες διέφυγαν το θάνατο, καθώς και ένα μεγάλο μέρος των παλαιών Ελλήνων κατοίκων της πόλης, έφυγαν για την Ελλάδα. Αυτοί που έμειναν πίσω υπέμειναν την απώλεια των περιουσιών τους και κυρίως τις μεταγενέστερες σταλινικές διώξεις, οι οποίες πάντως στην περιοχή ήταν μάλλον ηπιότερες από εκείνες που βίωσαν οι Πόντιοι της γειτονικής Αμπχαζίας (Σοχούμ).

Σήμερα το Βατούμ είναι πρωτεύουσα της αυτόνομης περιοχής της Ατζαρίας. Ο πληθυσμός του είναι γύρω στις 120.000. Μεταξύ αυτών και οι 500 περίπου εναπομείναντες Έλληνες της πόλης, βουβοί μάρτυρες του τέλους μιας από τις πιο ανθηρές ελληνικές παροικίες των αρχών του 20 αιώνα…

Πηγή: amastrismag.blogspot.gr

Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

Χιροσίμα 06/08/1945


Το εκτυφλωτικό φως.

 Για όσους βρίσκονταν εκεί και επέζησαν για να θυμούνται τη στιγμή που ο άνθρωπος για πρώτη φορά έστρεψε εναντίον του τις στοιχειακές δυνάμεις του σύμπαντός του, το πρώτο δευτερόλεπτο ήταν καθαρό φως, εκτυφλωτικό, έντονο φως - φως μιας τρομακτικής ομορφιάς και ποικιλίας. Μπορεί να υπήρξε και ήχος, αλλά κανείς δεν τον άκουσε.



Οι καμμένες σκιές.

Η αρχική λάμψη εξαπέλυσε μία σειρά από δεινά. Πρώτη ήρθε η θερμότητα. Κράτησε για μια στιγμή, ήταν όμως τόσο έντονη που: Eλιωσε τα κεραμίδια στις στέγες και τους κρυστάλλους του χαλαζίτη μέσα στους γρανιτόλιθους. Kαρβούνιασε σε έκταση δύο σχεδόν μιλίων τους τηλεφωνικούς στύλους. Κι έκανε στάχτη τα ανθρώπινα πλάσματα, που βρίσκονταν εκεί κοντά, σε τέτοιο βαθμό ώστε τίποτα δεν έμεινε σαν κατάλοιπο, παρά μόνο οι σκιές τους καμμένες πάνω στην άσφαλτο ή πάνω στους πέτρινους τοίχους. Σε μία ακτίνα τεσσάρων χιλιομέτρων κάηκε το γυμνό δέρμα όλων των ανθρώπων.

Ο σαρωτικός άνεμος.
 Μετά το κάψιμο ήρθε η έκρηξη. Εκρηξη σαρωτική με κίνηση απομακρύνσεως από την πύρινη σφαίρα, με τη δύναμη ενός ανέμου 800 χιλιομέτρων την ώρα. Μόνο τα αντικείμενα που παρουσίαζαν ελάχιστη επιφάνεια αντιστάσεως -οι κουπαστές στις γέφυρες, οι σωλήνες, οι στύλοι- παρέμειναν στην θέση τους. Κατά τα λοιπά, μέσα σ' έναν γιγάντιο κύκλο με διάμετρο 3,5 χιλιομέτρων, τα πάντα είχαν γίνει συντρίμμια.


Οι πύρινοι πίδακες. 

Η θερμότητα και η έκρηξη προκάλεσαν και τροφοδότησαν χιλιάδες φωτιές σε χιλιάδες σημεία μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Σε ορισμένα σημεία η ίδια η γη έμοιαζε να ξερνά φωτιά - γιατί ήταν αμέτρητες οι φλόγες, σαν πύρινοι πίδακες που αναπήδησαν αυτόματα από την ακτινοβόλα θερμότητα.






Η μαύρη βροχή. 
Λίγα λεπτά μετά την έκρηξη, άρχισε να πέφτει μια παράξενη βροχή. Οι σταγόνες ήταν μεγάλες σαν καρύδια και μαύρες! Το τρομακτικό αυτό φαινόμενο προέκυψε από την εξάτμιση της υγρασίας της πύρινης σφαίρας και την συμπύκνωσή της στο σύννεφο που ανέβλυζε από αυτή. Καθώς το σύννεφο που είχε σχηματισθεί από τους υδρατμούς και τον κονιορτό της Χιροσίμα έφτασε σε μεγαλύτερο ύψος και σε ψυχρότερα στρώματα αέρα, οι υδρατμοί συμπυκώθηκαν και έπεσαν κάτω σαν βροχή. Η βροχή δεν ήταν ικανή να σβήσει τις φωτιές, ήταν όμως ικανή, σαν "μαύρη βροχή", να αποκορυφώσει την κατάπληξη και τον πανικό.

Ο "άνεμος της φωτιάς". 

Μετά την βροχή ήρθε ο άνεμος - ο μεγάλος "άνεμος της φωτιάς- που φύσαγε προς το κέντρο της καταστροφής και στροβιλιζόταν και μεγάλωνε την έντασή του καθώς ο αέρας πάνω από την Χιροσίμα θερμαινόταν διαρκώς και περισσότερο και πύρωνε από τις μεγάλες φωτιές. Ο άνεμος φυσούσε τόσο ορμητικά που ξερίζωνε πελώρια δέντρα από τα πάρκα, όπου κατέφευγαν όσοι είχαν επιζήσει.



"Είδαμε την λάμψη". Χιλιάδες άνθρωποι τρέχανε, τρέχανε αλόγιστα, τρέχανε στα τυφλά, χωρίς να ξέρουν για που - μόνο και μόνο για να βγουν έξω από την πόλη. Μερικοί στα προάστια, όταν τους έβλεπαν να έρχονται, νόμιζαν στην αρχή ότι ήταν Νέγροι, όχι Ιάπωνες - τόσο μαύρο ήταν το δέρμα τους. Οι πρόσφυγες δεν μπορούσαν να εξηγήσουν πως είχαν καεί. "Είδαμε την λάμψη", έλεγαν, "και να τι συνέβη"...










Περιγραφή των Φλέτσερ Κνέμπελ και Τσαρλς Μπέϊλι από το βιβλίο τους "Χωρίς σπουδαίο λόγο"
επιμέλεια frixos




Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Τηλε-φονικές Αψιμαχίες

του Κωστή Ανετάκη
 

Εκδόθηκε μέσα στο συλλογικό έργο"Γιορτή Ποιητών", 
της Διεθνούς Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών", 
από τις εκδόσεις Ωρίων

Η Σόφη Αμπελά* διέκοψε νευρικά την τηλεφωνική γραμμή που χτυπούσε στο βρόντο. Μια βρισιά ανέβηκε ως τα χείλια της, ασυμβίβαστη με την αγωγή της, αλλά ο καθένας μπορεί καμιά φορά να ξεστρατίσει κομματάκι. Την κατάπιε επιμελώς, καθώς ένιωσε τον βαρύ ίσκιο του διευθυντή να της συννεφιάζει το πρωινό, πίσω απ' την πλάτη της.

Επέλεξε με τον κέρσορα το σταθερό του λεγάμενου, κάτω από το νούμερο του κινητού που μόλις είχε προσπαθήσει να καλέσει. Τίποτα και πάλι. Το 'κλεισε κι ετοιμάστηκε να προχωρήσει παρακάτω στην ατέλειωτη λίστα των κακοπληρωτών.

«Τι έγινε με κείνον τον Λεγάκη, πάλι δεν απαντάει;» άκουσε τη μαλακή φωνή του διευθυντή, που μετά βίας κάλυπτε μια υποχθόνια ψυχρή σκληρότητα, μια υφέρπουσα απειλή που την έκανε ν' ανατριχιάζει, σαν να βάδιζε στη ραχοκοκαλιά της κατσαρίδα, από κείνες τις μαύρες, τις μεγάλες.

«Δυστυχώς κύριε Αποστόλου, κανένα ίχνος ζωής» του αποκρίθηκε ξεφυσώντας αγανακτισμένα.

«Δεν πειράζει Σόφη, εσύ να επιμείνεις. Δουλειά μας είναι να επιμένουμε» είπε κείνος με στόμφο.

Ύστερα, ικανοποιημένος απ' το μάθημα παραγωγικότητας, που πάντοτε είχε στην άκρη των λεπτών σα φύλλα χαρτιού χειλιών του, πήγε στο διπλανό γκισέ να εποπτεύσει.

Η Σόφη ανακάθισε, έσιαξε τη φούστα της και προχώρησε στο επόμενο όνομα. Είχε τέσσερα χρόνια που δούλευε για την εισπρακτική εταιρεία και τούτη η δουλειά, αν και κακοπληρωμένη όπως όλες οι άλλες, είχε μπει κυριολεκτικά μες στο πετσί της.

Τους πρώτους μήνες ένιωθε άβολα, ντρεπόταν κατά βάθος γι' αυτό που έκανε. Μετά από λίγο όμως, είχε αρχίσει να της αρέσει. Την έκανε να νιώθει υπεύθυνη, αυτό το είχε ανάγκη.

Άργησε ωστόσο να παραδεχτεί στον εαυτό της τον πραγματικό λόγο αυτής της μεταστροφής. Η δουλειά τής έδινε κάποιας μορφής ανωτερότητα και πολλές κρυφές χαρές. Ύπουλα, σταδιακά μα σταθερά, η ντροπή μεταστοιχειώθηκε δίχως καλά-καλά να το καταλάβει σε απόλαυση, ένοχη αρχικά, γι' αυτό και τόσο εθιστική.

Τούτο το επάγγελμα, όπως ο Αποστόλου δεν βαριότανε ποτέ να τους κατηχεί, στηριζόταν κυρίως στην ψυχολογική πίεση, απλά και ξεκάθαρα. Δεν είχανε καμιά δικαιοδοσία πάνω στους χρεώστες που καθυστερούσαν τις πληρωμές τους.

Κλινικές έρευνες δεκαετιών, χρηματοδοτούμενες από τραπεζικά κεφάλαια, είχαν εντούτοις αναλύσει την ψυχολογία του οφειλέτη σε δυσθεώρητα βάθη. Στον κοινό άνθρωπο δεν αρέσει κατά βάθος να χρωστάει, είναι γαλουχημένος στην τιμιότητα, ακόμα κι αν στην πορεία φτάνει ν' αμφισβητεί την αξία της.

«Κι εδώ ερχόμαστε εμείς, η φωνή της συνείδησης» όπως θα 'λεγε περήφανα ο Αποστόλου. Ο μέσος άνθρωπος ήταν ανέκαθεν πολύ επιρρεπής σε νουθεσίες, σε πιέσεις, σ' απειλές, σε πειθαναγκασμούς. Ο μέσος άνθρωπος...

Κείνη δεν ανήκε πια στην άθλια πλέμπα των φουκαριάρηδων. Ήταν ανώτερη του απλού πολίτη, μια οντότητα αδιαπέραστη από τη μικρότητα, τη δειλία και την εσωτερική αδυναμία των πολλών· ένας λαμπερός οδηγητής, που κατεύθυνε τις μάζες προς την αναπόφευκτη κατάληξη, τη συμμόρφωση προς τας υποδείξεις.

Η φωνή της ήταν το κάλεσμα του πεπρωμένου. Είχε μάθει να την κάνει ψυχρή, σκληρή αν και βελούδινη όπως ενός διευθυντή, θεατρική και υπόγεια σαρκαστική όπως ενός δημοσιογράφου, μοχθηρή κι απειλητική όπως ενός μαφιόζου, πύρινη και παλλόμενη όπως ενός ιεροκήρυκα.

Ένιωθε, δίχως καμιά υπερβολή, σαν ιεραπόστολος που 'χε πάρει όρκο να φέρει το ποίμνιο στον ίσιο δρόμο του Θεού της Χρηματοπιστωτικής Αληθείας. Γιατί όχι; Τι πιο ιερό απ’ το χρήμα στην εποχή μας; Όλοι το λατρεύουνε, ακόμα κι αν δεν τολμούν να το παραδεχτούνε. Κείνη είχε προ πολλού εξαγνιστεί απ' το θανάσιμο αμάρτημα της υποκρισίας.

Πέρασε ανεπιστρεπτί η εποχή που ένιωθε συμπόνια ή έστω οίκτο, για κείνα τα φοβισμένα ανθρωπάρια που ταλάνιζε απ' το πρωί ως το βράδυ, εκατοντάδες από δαύτους καθημερινά. Απεναντίας, κάθε φορά που ένιωθε απ' την άλλη άκρη της γραμμής το «υποκείμενο» να ιδρωκοπάει, κάθε που τους άκουγε να ξεροκαταπίνουν, να τραυλίζουν ή ν' αναστενάζουν, μια βαθειά ικανοποίηση την ηλέκτριζε, την εξιτάριζε, την ολοκλήρωνε πέρα από κάθε προσδοκία.

Η αδυναμία τους ήταν η δική της δύναμη, η δυσαρθρία τους ερυθροπύρωνε τη ρομφαία του λόγου της, η ντροπή τους ήταν ο θρίαμβός της, η συμμόρφωσή τους η πραγμάτωσή της.

Μόλις οι αφελείς άρχιζαν να παρακαλάνε για λίγο έλεος, λίγο χρόνο, λίγη κατανόηση, τότε μούσκευε ανάμεσα στα σκέλια. Ο άντρας της δεν καταλάβαινε στ' αλήθεια τι ήταν κείνο που την έκανε να του πετάει τα μάτια όξω, κάθε που γύριζε απ' τη δουλειά, πριν ακόμα μπει στο ντους, αλλά της έφτανε που καταλάβαινε αυτή· και κείνου δεν του κακόπεφτε καθόλου, οπότε είχε μάθει να μην κάνει περιττές ερωτήσεις.

Όμως τούτος ο Λεγάκης της είχε γίνει κακό σπυρί στον κώλο. Στην αρχή ήταν απ' τους καλοπληρωτές, ακουμπούσε για χρόνια ανελλιπώς τη δόση του. Μετά άρχισε κι αυτός τις λαμογιές απέναντι στην τράπεζα. Τις πρώτες φορές απαντούσε κανονικά σε κάθε της τηλεφώνημα, μιας και ανήκε στη δική της λίστα, της ανήκε.

Ήταν ευγενικός, μα η Σόφη με κάποιον παράξενο τρόπο, ένιωθε τα ψυχολογικά της βέλη να προσκρούουν και ν' αναπηδούν, θαρρείς πάνω σε ατσάλινη πανοπλία. Οι χειρότεροι πελάτες της, κείνοι που ξέρουν να κρατούν την ψυχραιμία τους και τούτος ήτανε ο πιο αδιαπέραστος απ' όλους. Δεν τον χώνευε τον παλιόπουστα, εδώ της καθότανε.

Πάντα τελικά πήγαινε και πλήρωνε, κουτσά στραβά ήταν ενήμερος. Και πάλι όμως η νίκη φάνταζε λειψή, άνοστη σα σνακ διαίτης, τον ένιωθε πως δε φοβόταν. Της έφερνε νομικά επιχειρήματα, που κατά τη γνώμη του αποδείκνυαν πως η τράπεζα τον είχε χρεώσει υπερβολικούς τόκους. Κείνη πάλι έπιανε τον δίσκο απ' την αρχή και ξεκινούσε να τσαμπουνά το ίδιο συναξάρι, μ' επιμονή ζηλωτή Ιησουίτη. Μακάρι να του 'πεφτε το Τζόκερ, να μη χρειαζόταν άλλη φορά να χάσει τον χρόνο της μαζί του, είχε πιο διασκεδαστικούς στη λίστα της.

Έπειτα σταμάτησε να πληρώνει εντελώς. Ταυτόχρονα ξετσουτσούρδωσε κι άρχισε να μη σηκώνει το τηλέφωνο. Η Σόφη πικαρίστηκε λιγάκι, μα μέσα της ένιωσε να φτιάχνεται, η πρόκληση που αντιπροσώπευε αυτός ο άνθρωπος, τη διέγειρε για μάχη.

Αργά ή γρήγορα η νίκη θα ‘τανε δική της, θα τον έσπαζε, θα τον τσάκιζε. Κανένας δεν γλιτώνει από έναν αποφασισμένο κι ευσυνείδητο υπάλληλο εισπρακτικής, όλοι κάποτε ενδίδουν.

Πέρασαν δυο μήνες χωρίς σημεία ζωής απ' την πλευρά του, μέχρι που κάποια μέρα, κάπου τον Απρίλη, άκουσε το χαρακτηριστικό κλικ από την άλλη πλευρά της γραμμής (το 'ξερα!!) μαζί μ' έναν κοφτό, ασθματικό ήχο, σα λέξη.

«Λέγετε;»

«Παρακαλώ, ο κύριος Λεγάκης Αθανάσιος;» είπε με ύφος αυστηρό, σα δασκάλα που κραδαίνει τον ξύλινο χάρακα, πάνω από ανοιγμένα τρυφερά κι άτακτα χεράκια, που αναμένουν τη δίκαιη τιμωρία, αδημονώντας για τη σκοτεινή, οδυνηρή τους απόλαυση.

«Μάλιστα, ο ίδιος» της απάντησε με φωνή μηχανική, άχρωμη, σχεδόν απόκοσμη.

«Ονομάζομαι Αμπελά Σοφία και τηλεφωνώ από την Άρπα Μπανκ» έκανε κείνη με κάθε επισημότητα. Δεν έλεγαν ποτέ ότι παίρνουν από εισπρακτική, όπως επίμονα είχαν τονίσει οι εκπαιδευτές τους και συνεχώς τους έπρηζε ο Αποστόλου.

Η επίκληση της τράπεζας όχι μόνο δίνει κύρος στον τηλεφωνητή, αλλά υπενθυμίζει στον οφειλέτη το χρέος του και τον βάζει εξαρχής σε μειονεκτική θέση, να ντρέπεται και να αισχύνεται ως οφείλει, ακριβώς επειδή οφείλει.

«Ναι, σας ακούω» ήχησε απ' την άλλη πλευρά, μετά από μια ζοφερή σιωπή λίγων δευτερολέπτων, που την έκανε να νιώσει πως ο Λεγάκης σχεδίαζε κάποιον να σκοτώσει και μετρούσε τις δυνάμεις του (ψυχραιμία Σόφη, δεν μπορεί να σε βλάψει).

«Σας ενημερώνω ότι για δική σας ασφάλεια η συνομιλία καταγράφεται» συνέχισε κείνη το τροπάρι που της είχε γίνει δεύτερη φύση. Όπως τους είχαν μάθει, η επίκληση της καταγραφής της συνομιλίας, πάντοτε ασφαλώς για την ασφάλεια του οφειλέτη, ήταν από τα πιο δυνατά χαρτιά στην προπαρασκευή του σκοπού τους.

Τούτο φανερώνει δύναμη, εξουσία και πάνω απ' όλα υπονοεί πως ό,τι πεις θα χρησιμοποιηθεί εναντίον σου. Σχεδόν κανείς δεν τολμάει να βρίσει, να φερθεί επιθετικά, ν' απειλήσει κι όσοι το κάνουν μια φορά, την επόμενη εμφανίζονται γατάκια, μετανιωμένα και βρεγμένα ως το κόκαλο.

Κείνος δεν είπε απολύτως τίποτα, μα μπορούσε ν' ακούσει την ανάσα του στο μικρόφωνο, νωθρή, υποβλητική, θανατερή.

«Μπορείτε σας παρακαλώ να μου πείτε τον αριθμό ταυτότητας ή το ΑΦΜ σας για να είμαστε σίγουροι ότι μιλάμε μαζί σας;»

Άλλο ωραίο κόλπο αυτό. Ζητώντας ταυτότητα και ΑΦΜ, παίρνεις τη θέση δημόσιας αρχής, γίνεσαι κράτος ρε παιδί μου, κερδίζεις τις εντυπώσεις. Τούτο ενισχύει ακόμα περισσότερο το κύρος και προλειαίνει το έδαφος για μια περήφανη νίκη. Ο Αποστόλου μάλιστα επέμενε να τους βάζεις να το λένε δυο φορές, τάχα ότι δεν ακούστηκε καλά, γιατί έτσι ισχυροποιείς την υποβολή (εδώ σ' έχω, τώρα θα τα πούμε πουλάκι μου).

«Όχι δεν μπορώ» άκουσε από την άλλη άκρη της γραμμής και της το 'κλεισε στα μούτρα. Κι είχε τόσο θράσος τούτη η ατάκα, τόση αποφασιστικότητα την έντυνε, τόση ξεδιαντροπιά, που ένιωσε σα να την είχαν χαστουκίσει καταπρόσωπο.

Α το θρασίμι, α τον κανάγια, τον ξεφτίλα, ποιος νομίζει ότι είναι, πού το βρήκε αυτό το υφάκι απέναντί της ο παλιομπαταχτσής, με ποια νομίζει πως έχει να κάνει;

Αυτή έφταιγε που την προηγούμενη βδομάδα είχε βάλει με το νου της το κακό, μήπως είχε πάθει κάτι ο τσόγλανος, δικό της το λάθος που ‘δειξε ευαισθησία. Όχι μονάχα έσκαγε από υγεία, αλλά είχε και τα μούτρα να παριστάνει τον σκληρό.

Ε λοιπόν, τούτο δε θα περνούσε έτσι. Αν δαύτος μπορούσε να εκμεταλλευτεί τη στιγμιαία ανθρώπινη αδυναμία, που την είχε υποσυνείδητα επηρεάσει, θα ‘βλεπε ποια στ' αλήθεια είναι η Σόφη Αμπελά. Ήταν για κείνη πλέον ζήτημα τιμής, ορκίστηκε ότι θα τον έβαζε να πληρώσει με κάθε δυνατό μέσο.

Προετοιμάστηκε στο σπίτι, ολόκληρο το σαββατοκύριακο, προβάρισε ακόμα και την έσχατη λεπτομέρεια. Οι λέξεις σφύριζαν σα ξυράφια, οι ανάσες της πέφτανε σα καμτσικιές, οι ατάκες οργανωμένες κι αδιαπέραστες σα μακεδονική φάλαγγα. Όμως ο μπάσταρδος δεν της έδωσε την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει όσα προετοίμασε. Από κείνη τη μέρα δεν ξανασήκωσε το τηλέφωνο.

Αυτή δεν το 'βαλε κάτω. Κινητό, σταθερό, σταθερό και πάλι κινητό, είκοσι φορές τη μέρα, πρωί-μεσημέρι-απόγευμα. Κείνος όμως τίποτα. Δεν είχε κλείσει το κινητό, δεν είχε αποσυνδέσει το σταθερό, τ' άφηνε και χτυπούσαν κανονικά.

Τον καλούσε από δέκα διαφορετικά νούμερα, για την περίπτωση που αναγνώριζε κάποια απ' αυτά και δεν το σήκωνε επιλεκτικά. Μέχρι κι απ' το δικό της, απ' του άντρα της, απ' του πατέρα της κι απ' της αδελφής της τον έπαιρνε, να τον μπερδέψει. Κανένα αποτέλεσμα.

Μα τι άνθρωπος ήταν επιτέλους αυτός; Οι εκπαιδευτές τους είχαν επισημάνει πως ο μέσος πολίτης, ο κανονικός άνθρωπος, δεν μπορεί ν' αντισταθεί στον ήχο του κουδουνιού που τον καλεί, γιατί έτσι είναι εκπαιδευμένος, μπηχεβιοριστικά, απ' την καμπάνα της εκκλησίας, το κουδούνι του σχολείου, τη σάλπιγγα του στρατού.

Η προσπάθεια ν' αποφύγει κανείς ένα κουδούνι που τον καλεί, συνοδεύεται από κύματα ενοχών, αίσθημα απώλειας κι απελπισίας, κρίσεις άγχους, γενικά το υποκείμενο υποφέρει όταν προσπαθεί ν' αντισταθεί. Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει για πολύ. Κανείς, εκτός απ' τον Λεγάκη.

Δεν ήταν φυσιολογικός άνθρωπος, κάτι πήγαινε στραβά. Σκληρός χαρακτήρας, αδίστακτος, αποφασισμένος, δηλαδή επικίνδυνος. Δίχως τσίπα, ντροπή κι ενοχές, σίγουρα άθεος κι αντίχριστος. Αντιμιλούσε, δεν φοβότανε, άρα ήταν εκπαιδευμένος στον ψυχολογικό πόλεμο, άνθρωπος του υποκόσμου, μπορεί και τρομοκράτης. Τρομοκράτης...

Ο Λεγάκης της είχε γίνει εμμονή, ήταν πέρα και πάνω απ' τη δουλειά, αποτελούσε πια προσωπικό λογαριασμό. Τι κι αν ο άντρας της προσπαθούσε να βρει δικαιολογίες για την πάρτη του (γιατί άραγε; Ένοχος ένοχον ου ποιεί, Σόφη το νου σου). Μήπως ήταν άρρωστος, μήπως είχε πεθάνει, μήπως είχε φύγει μετανάστης, τέτοιες βλακείες της αράδιαζε.

Μα ρε πουλάκι μου, αν όντως είχε ψοφήσει το τομάρι, το κινητό του θα είχε ξεμείνει από μπαταρία, δεν θα καλούσε μετά από δυο-τρεις μέρες. Άσε που θα χτύπαγε στην κηδεία του, τι στα διάλα. Όλο και κάποιος θα το άκουγε προτού τόνε παραχώσουν. Αν τυχόν ήταν άρρωστος, κάποιος θα τόνε φρόντιζε, στο νοσοκομείο ή στο σπίτι, κάποιος θα ‘χε βρεθεί να το σηκώσει το ρημάδι.

Μετανάστης πάλι αποκλείεται, πενήντα πέντε χρονών γομάρι. Δεν παίρνουν τόσο μεγάλους στο εξωτερικό, για συνταξιοδοτικούς λόγους. Όχι, ήταν εδώ, ήταν καλά και γελούσε μαζί της, έπαιζε με τη δουλειά της το κάθαρμα.

Να είχε μείνει άνεργος; Μπορεί.

Αλλά και πάλι, τι σόι άνεργος ήταν, που δε σήκωνε το τηλέφωνό του; Δεν έψαχνε για εργασία; Δε φοβόταν μην τον πάρουν για δουλειά και χάσει την ευκαιρία; Όχι, όχι, ο χαραμοφάης ούτε για δουλειά έψαχνε.

Της κόλλησε η πεποίθηση πως τούτος λήστευε τράπεζες, ή πουλούσε ναρκωτικά, πώς αλλιώς ζούσε το ρεμάλι, ήταν ο εγκέφαλος εγκληματικής συμμορίας, να μου το θυμηθείς.

Είχαν περάσει τέσσερις μήνες και κείνος άφαντος. Αποφάσισε πως μόλις έμπαινε ο επόμενος μήνας, θα 'παιρνε τηλέφωνο την αντιτρομοκρατική και θα τον κατέδιδε ανωνύμως. Θα τον ξετρύπωνε πάση θυσία, κανείς δεν θα ‘μπαινε εμπόδιο στη δουλειά της, κανένας δεν είχε το δικαίωμα να την αγνοεί ατιμώρητα, που να πάρει και να σηκώσει ο γερο-διάολος.

***

Ο Θάνος Λεγάκης κάπνιζε το τελευταίο του τσιγάρο στη βεράντα. Το βλέμμα του πότε τρεμόπαιζε γύρω απ' την κάφτρα, που όλο έφτανε πιο κοντά στα κιτρινισμένα του δάχτυλα, πότε μετριότανε με το κενό που τον πρόσμενε μ' ορθάνοιχτες αγκάλες.

Δεν ήταν ζωή αυτή, δεν είχε χαΐρι, καμιά χαρά δεν του 'χε μείνει. Μονάχα τύψεις, ενοχές κι ένα αίσθημα ματαίωσης, που τον κατέτρυχε λες κι ήταν ο Ιούδας. Όμως τουλάχιστον κείνος είχε τριάντα αργύρια να ξοδέψει.

Αλήθεια, πόσους λογαριασμούς μπορούσες να πληρώσεις με τριάντα αργύρια κείνα τα χρόνια; Τυχεροί, δεν είχαν τηλέφωνα, δεν είχαν ρεύμα και το νερό ήτανε τσάμπα, όσο για ξύλα γεμάτος ο τόπος.

Τότε γιατί κρεμάστηκε ο βλάκας;

Είχε λέει τύψεις που πρόδωσε τον δάσκαλό του. Ίσως και να χρωστούσε φόρους, αν και δύσκολα θα μπορούσαν οι Ρωμαίοι να συναγωνιστούν τους Παγκόσμιους Δανειστές σ' αυτόν τον τομέα. Τελικά κατάλαβε πως ο Ιούδας και κείνος είχαν ένα κοινό: είχαν προδώσει κι οι δυο τον εαυτό τους. Τύψεις…

Σπουδαία τα λάχανα! Ο Θάνος είχε προδώσει τα παιδιά του, την οικογένειά του, δεν μπόρεσε να τους στηρίξει, δεν κατάφερε να τους κρατήσει ενωμένους. Σκορπίσανε από δω κι από κει, ο ένας Αυστραλία, ο άλλος Γερμανία, η μικρή του παντρεύτηκε στην Αγγλία, έναν κοκκινοτρίχη φακιδιάρη ονόματι Άρτσιμπαλντ –για όνομα του Χριστού και της Παναγίας! Ήτανε σίγουρος πως το 'κανε από ανάγκη κι απελπισιά, όπως από ανάγκη ξενιτεύτηκαν και τ' αγόρια.

Δε μπορούσε να συγχωρέσει τον εαυτό του που τ' άφησε να φύγουν. Ούτε η Μαρία, σύζυγος του για πιότερο από τριάντα χρόνια, του το συγχώρεσε. Τον παράτησε μόλις έμεινε άνεργος, λες κι ήτανε ο μόνος, τον πούλησε για μια μπουκιά τυρόπιτα.

Μα και πάλι είχε τύψεις, έφταιγε κείνος που τον άφησε η Μαρία -τι θα τρώγαμε, τα πόδια μας; Τι κι αν ο κολλητός του ο Μιχάλης προσπαθούσε να τον πείσει πως δεν έφταιγε διόλου. Μεγάλη καρδιά ο Μιχάλης, να 'ναι καλά, όμως κι αυτός με τ' αντικαταθλιπτικά στέκεται.

Είχε οκτώ μήνες που δούλευε απλήρωτος, όταν έμαθε τα νέα. Η επιχείρηση έσκασε κανόνι, κανονικά και με το νόμο. Μεγάλη κατασκευαστική κρατικοδίαιτη εταιρεία, ο Θάνος δούλευε είκοσι χρόνια εκεί ως μηχανικός κι ονειρευότανε να γίνει αρχιμηχανικός, του το 'χαν τάξει πως του χρόνου θα 'παιρνε την προαγωγή. Του χρόνου...

Πολύ πριν απ' του χρόνου, το κλείσανε το μαγαζί. Δεν έβγαιναν λέει, ένεκα η κρίση. Ούτε δεδουλευμένα, ούτε αποζημίωση, ούτε τίποτα, μήτε καν επίδομα ανεργίας, γιατί τα τελευταία τέσσερα χρόνια δούλευε με μπλοκάκι.

Μετά είδε στη φυλλάδα τον γιο του αφεντικού και το περίφημο πάρτι του στη Μύκονο, το δαπανηρότερο λένε όλων των εποχών, και γύρισε το μάτι του ανάποδα.

Είχε φάει ό,τι είχε και δεν είχε, τόσους μήνες που δούλευε απλήρωτος κι άλλον ένα χρόνο άνεργος, είχε δανειστεί κι από πάνω. Τώρα όλα πήγαν αμόντε.

Όλη του η ζωή ήταν ένα τέλμα, μια ξεφτίλα, έζησε για ένα τίποτα κι αυτή η σκέψη δεν μπορούσε να του φύγει, όσα ούζα κι αν κατέβαζε στο καπηλειό του Θοδωρή, που κρατούσε βερεσέ τεφτέρι. Δεν πήγαινε άλλο, το 'χε πια πάρει απόφαση.

Έγραψε το γράμμα, δώρισε μάλιστα το κορμί του στο νεκροτομείο, αφού δεν είχε μία για την κηδεία κι ούτως ή άλλως εκεί θα κατέληγε το πτώμα. Αν δεν μπορείς να το αποφύγεις, χαλάρωσε για να το απολαύσεις. Σκεφτόταν ότι οι φοιτητές της ιατρικής θα είχαν τη σπάνια ευκαιρία να μελετήσουν τον αντίκτυπο μιας πτώσης τριάντα μέτρων στο σκελετικό σύστημα του ανθρώπου.

Άραγε θα ‘πεφτε με το στήθος ή με την πλάτη, μήπως με το κεφάλι; Τούτο ωστόσο θα το έκρινε η βαρύτητα κι έπειτα η επιστήμη κι η ιδέα της επιστήμης ήταν ίσως το μόνο πράμα που, μ' έναν παράδοξο μαζοχιστικό τρόπο, τον γέμιζε περηφάνια, ακόμα κι ελπίδα.

Το τσιγάρο έφτανε στο τέλος και δεν είχε άλλο ν' ανάψει. Το βλέμμα του έπεσε στο τηλέφωνο, σα μελλοθάνατος που περιμένει χάρη την ύστατη στιγμή. Ναι, ήταν μελλοθάνατος, μα δεν υπήρχε δικαστήριο να τον αθωώσει.

Ξάφνου το τηλέφωνο άρχισε να χτυπάει, κάνοντάς τον να πεταχτεί ως εκεί απάνω, μ' ένα παράξενο φτερούγισμα στο ηλιακό του πλέγμα. Εντάξει, δεν υπήρχε κανείς να τον αθωώσει. Αν ήταν όμως εκείνη; Αν τον έπαιρνε να του πει πως τον αγαπάει όπως παλιά; Αν ήταν ένα απ' τα παιδιά, να του πει μια γλυκιά κουβέντα, ότι έρχεται να τον δει, ότι τους έλειψε;

Σηκώθηκε βαρύθυμα και κατευθύνθηκε προς τη συσκευή, με μια αμυδρή ελπίδα να μπουμπουκιάζει μέσα του. «Ας είναι κι ο Μιχάλης, να πιούμε μια ρακή κι αύριο πάλι βλέπουμε.»

«Λέγετε;» απάντησε ανόρεχτα, άτονα, σχεδόν ξεψυχισμένα.

«Παρακαλώ, ο κύριος Λεγάκης Αθανάσιος;» Μια γυναικεία φωνή, που ‘μοιαζε να ‘χει κάτι πολύ σημαντικό να του πει. Λες να είχαν πάθει κάτι τα παιδιά; Αναρίγησε στη σκέψη, που όμως ακόμα του 'δινε μια στάλα ελπίδα να πιαστεί, έναν λόγο να μη φουντάρει. Αν κάποιο παιδί είχε πρόβλημα, κείνος όφειλε να τρέξει, να του σταθεί, δε θα μπόραε να φύγει.

«Μάλιστα, ο ίδιος» της απάντησε με την ψυχή του στα μπατζάκια, μόνο που ήταν πια πολύ αργά για να δείξει συναίσθημα, η φωνή του ακούστηκε επίπεδη και ξένη.

«Ονομάζομαι Αμπελά Σοφία και τηλεφωνώ από την Άρπα Μπανκ.»

Ω ρε πούστη μου, μόνο εσύ μας έλειπες! Ένιωσε ένα αμόνι να πλακώνει το στήθος του. Πάλι λεφτά ζητάνε τα όρνια, τ' αρχίδια μου θα πάρουνε. Ας έρθουνε στο Βελζεβούλη με διαταγές πληρωμής. Ειρωνικά, τούτη η σκέψη ήταν το τελευταίο πράγμα που τον διασκέδαζε ακόμα.

«Ναι, σας ακούω» έκανε μηχανικά, μετά από μερικά δευτερόλεπτα που το μυαλό του βυθίστηκε σε άχραντο σκοτάδι.

«Σας ενημερώνω ότι για δική σας ασφάλεια η συνομιλία καταγράφεται» συνέχισε απτόητη η καρακάξα. Είχε μια λιμασμένη προσμονή η φωνή της, σαν αρπακτικό που μυρίστηκε αίμα, σα λευκός καρχαρίας.

Δε μίλησε. Και τι να 'λεγε δηλαδή; Ότι δεν τον άφηναν ούτε να πεθάνει με την ησυχία του; Ότι δε βρέθηκε ένας άνθρωπος να του πιάσει το χέρι την κρίσιμη ώρα; Πως τα κοράκια θα διαμέλιζαν το σώμα του και θα πουλούσανε τα ιμάτιά του; Κοινοτοπίες!

Ευτυχώς το πατρικό του ρετιρέ –περασμένα μεγαλεία ταξικής ανέλιξης- ήταν στο όνομα των γιων του, εξ αδιαιρέτου, και δεν θα μπορούσαν να το πάρουν οι νταβατζήδες. Μετά σκέφτηκε πως θα το 'παιρνε το κωλοκράτος, αν δεν είχαν τα παιδιά να πληρώσουν τα χαράτσια. Εντάξει, έχουν δουλειά, κάτι θα κάνουν. Το σκατό μου θα φάτε κερατάδες, με τούτη τη χαρά θα φύγω.

«Μπορείτε σας παρακαλώ να μου πείτε τον αριθμό ταυτότητας ή το ΑΦΜ σας για να είμαστε σίγουροι ότι μιλάμε μαζί σας;»

Η αντιπαθητική φωνή της γκιόσας τον ξύπνησε απ' την ονειροπόληση, άξαφνα και βίαια. Τι νόημα είχε αυτή η συζήτηση; Γιατί δεν τον αφήνανε μονάχο, να κοιτάξει για τα στερνά τον εαυτό του κατάφατσα και να σταθεί, έστω μια φορά σ' όλη του την αφτέρωτη ζήση, στο ύψος των περιστάσεων; Γιατί καρφώνανε κι άλλα καρφιά στο σταυρό του;

«Όχι δεν μπορώ» είπε καθώς πατούσε το κόκκινο κουμπί με λύσσα «έχω δουλειά, είμαι πολυάσχολος, έχω να πεθάνω σήμερα, καταλαβαίνετε, ίσως μια άλλη φορά» συμπλήρωσε μιλώντας στον αέρα. «Έχω να πεθάνω σήμερα.»

Πήγε μέχρι το μπαλκόνι και κρεμάστηκε απ' τα κάγκελα του ρετιρέ. Όχι από δω, θα καταστρέψω το αμάξι του Φίλιππα, ακόμα πληρώνει τις δόσεις ο δόλιος, είναι κι άνεργος από πάνω.

Όχι από κει, παίζουν παιδιά στον ακάλυπτο, τι φταίνε τα παιδιά;

Όχι, όχι, αυτή η πλευρά έχει δέντρα, μπορεί να μου ανακόψουν την πτώση κι απλά να τραυματιστώ, αλλά πού λεφτά για νοσοκομείο.

Εδώ, εδώ είναι καλά, στη γωνιά.

Το μυαλό του δούλευε πυρετωδώς, μια παράδοξη ζωτικότητα, θα ‘λεγες ενθουσιασμός, τον είχε κυριέψει. Κοίταξε δεξιά κι αριστερά, βεβαιώθηκε πως δεν ερχόταν κανείς, για τουλάχιστον εκατό μέτρα από κάθε πλευρά της διασταύρωσης, πήρε φόρα, έκανε το σταυρό του αν και δεν πίστευε -αλλά πού ξέρεις, κράτα μια πισινή- έτρεξε τα λίγα μέτρα που τον χώριζαν απ' τη λύτρωση με χάρη γατόπαρδου και μ' ένα ρευστό άλμα βρέθηκε να κοιτάει το πεζοδρόμιο, που χιμούσε καταπάνω του σα νταλίκα στο αντίθετο ρεύμα.

Ένιωσε για πρώτη φορά στη ζωή του λεύτερος, Λεύτερος! (Ελευθερία ή Θάνατος; Ελευθερία ίσον Θάνατος Καραϊσκάκη μου.)

Ύστερα πια τίποτα δεν είχε σημασία...

***

Το κινητό του Λεγάκη άρχισε και πάλι να χτυπάει, οκτώ η ώρα το πρωί. Ξέχασε να το βγάλει απ' τον φορτιστή. Είχε σοβαρότερα πράγματα να σκεφτεί κείνη τη μέρα, έτσι η μπαταρία δεν άδειαζε ποτέ. Χτύπησε, χτύπησε, κουντούρτισε, λύσσαξε κι ύστερα σταμάτησε ξαφνικά, για ν' αρχινίσει να χτυπάει το σταθερό, πριν ακόμα σβήσει ο ήχος του κινητού. Αλύχτησε κι αυτό για ώρα κι ύστερα σώπασε. Σύντομα θα τα ‘κοβαν και τα δυο και θα ησύχαζαν.

Η Σόφη Αμπελά έκλεισε γι' άλλη μια φορά τη γραμμή. Ήταν έξω φρενών, άσχετα που η αυτοκυριαρχία και το εργασιακό της στάτους δεν της επέτρεπαν να το εκδηλώσει.

«Νομίζει πως είναι μάγκας ε; Καλά!» έκανε πικρόχολα. Κοίταξε την ημερομηνία στον υπολογιστή. Σήμερα είχε μπει ο πέμπτος μήνας που ο Λεγάκης έκανε τον δύσκολο. Κοίταξε πίσω της κι είδε τον Αποστόλου να πίνει αρειμανίως καπουτσίνο φρέντο στο γραφείο του, με κείνο το αυτάρεσκο ύφος που της θύμιζε το γουρούνι του Αρκά.

Πόσο θα 'θελε να του σιδέρωνε τη μούρη με ατμοσίδερο, να 'χει αυτό το ύφος μόνιμα, ακόμα κι όταν σφίγγεται για να χέσει. Φαντασιωνόταν τα πρωτοσέλιδα: «Λαυρέντης Αποστόλου, η σύγχρονη Σπυριδούλα» κι ένα αδιόρατο χαμόγελο ξέφυγε απ' τα σφιγμένα της χείλη, σα τζογαδόρου που οραματίζεται τζακ ποτ.

Βεβαιώθηκε πως δεν την έβλεπε κανένας, άφησε το ποντίκι του υπολογιστή με τον κέρσορα πάνω στο νούμερο της κυρίας Λιανού -μια καλοκάγαθη γριούλα που πάντα πλήρωνε τα σπασμένα του Λεγάκη- έπιασε το κινητό της και σχημάτισε το νούμερο της αντιτρομοκρατικής...



*Τα ονόματα των χαρακτήρων είναι σχετικά κοινά, όμως σχηματίστηκαν αποκλειστικά μέσα στο κεφάλι μου, χωρίς να έχω στο μυαλό μου κάποιον συγκεκριμένο. Εάν κάποιοι από εσάς είδατε εδώ τα ονόματά σας, συμπαθάτε με, δεν ήθελα να σας κακοκαρδίσω...

πηγή: Great Chaos' 

Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Το Χρήμα δεν Μυρίζει

του Κώστα Λουλουδάκη (Ιουλιανού)

 
Ήταν το 1946, όταν ο Αμερικάνος οικονομολόγος Kenneth Boulding στην 57η συνδιάσκεψη της Αμερικανικής Οικονομικής Ένωσης με κυνισμό ομολογούσε:«Ο σημερινός Κόσμος ζει κάτω από το αφόρητο καταπιεστικό δίλημμα: είτε θα διευρύνει την κατανάλωση ακολουθώντας τον δρόμο του πολέμου, είτε θα μειώνει την παραγωγή ακολουθώντας το δρόμο των κρίσεων και της ανεργίας». Δηλαδή, για να διατηρηθεί ο καπιταλισμός, οι φορείς του δεν θα διστάσουν να χρησιμοποιήσουν κάθε μορφή βίας για να τον κρατήσουν στην ζωή.
Όμως ο «δρόμος των κρίσεων και της ανεργίας» στερούνταν ιδεολογίας και ορθολογισμού. Άρα, χρειαζόταν νέα δομικά στοιχεία και εξειδίκευση, διότι οι φιλελεύθερες ορθοδοξίες του ανταγωνισμού και της ελεύθερης αγοράς είχαν χάσει, από την δεκαετία του 1930, με αφορμή το «μεγάλο Κραχ»,  κάθε ίχνος αξιοπιστίας.
Επιπρόσθετα, μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου επικράτησε ένα θεσμικό πλέγμα το οποίο περιέκλειε μια νέα σχέση μεταξύ πολιτικής και οικονομίας. Ήταν η «Κεϋνσιανή Συναίνεση» που κατ΄ επέκταση οδήγησε στο «κοινωνικό κράτος».
Η μεταπολεμική αυτή έκφραση του καπιταλισμού, με συνιστώσες που παραλλάζουν από χώρα σε χώρα και από κοινωνία σε κοινωνία, ήταν η απάντηση στις εκπληκτικές οικονομικές και πολεμικές επιδόσεις του σοσιαλιστικού στρατοπέδου• καθώς επίσης, και στην αποτελεσματικότητά του όσο αφορούσε στο επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της ΕΣΣΔ, λόγω της νέας μορφής οργάνωσης της κοινωνίας και παρά την καταστροφή των πλουτοπαραγωγικών πηγών  και των υποδομών της.
Η Σοσιαλιστική οργάνωση της κοινωνίας προσπόριζε στο Σοβιετικό κράτος το θαυμασμό, ενώ ο διεθνιστικός χαρακτήρας της κομμουνιστικής ιδεολογίας και το κύρος που απέκτησε λόγω των αντιφασιστικών-αντιστασιακών ευρωπαϊκών κινημάτων,  προσέλκυσε ευρύτερες μάζες σε όλο τον κόσμο.
Ο έντονος φόβος του καπιταλισμού για το πού θα στραφούν ιδεολογικά και οργανωτικά οι μεταπολεμικές ευρωπαϊκές κοινωνίες, ήταν η αιτία για την θεσμοθέτηση  της μακρο-οικονομικής παρέμβασης του κράτους στην αγορά, με σκοπό την δημιουργία ενός πλαισίου που θα οργάνωνε την αναδιανομή του εισοδήματος που θα οδηγούσε σε μια κοινωνική πολιτική. Η «Κεϋνσιανή Συναίνεση» ,λοιπόν, ήταν το εύρημα του καπιταλισμού προκειμένου να ανασχέσει την ισχυροποίηση του σοσιαλιστικού κοινωνικού μοντέλου στο διεθνές σκηνικό.
Η μεταπολεμική συναίνεση μεταξύ κράτους και οικονομίας της αγοράς ονομάστηκε «μικτή οικονομία», στο πλαίσιο, όμως,  των ανανεωμένων ή νεοσυστημένων καρτελικών συμπράξεων και ενώσεων κεφαλαίων και στην από-ιδεολογικοποίηση της κοινωνικής θεωρίας. Δηλαδή, η διευρυμένη οικονομική και κοινωνική κρατική παρέμβαση του μεταπολεμικού κράτους στην ελεύθερη αγορά και στην ιδιωτική οικονομία, δεν τίθενται με ιδεολογικούς όρους, αλλά καθ’ υποφοράν ενός αποδεκτού πλέγματος κοινωνικών συμφερόντων. Γι αυτό, με τη θεσμοποίηση της «μικτής οικονομίας» παρατηρείται η προσπάθεια ταύτισης του συμφέροντος της εργατικής τάξης με το γενικό, το κρατικό και το εταιρικό συμφέρον.
Μετά την πτώση της ΕΣΣΔ, ο κρατικός παρεμβατισμός που απέβλεπε στην άμβλυνση της αλληλοσυμπληρούμενης αντίφασης μεταξύ της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας», της κρατικής γραφειοκρατικής υπαλληλοκρατίας, των συνδικάτων, των εργατών, των αγροτών και των μεσοστρωμάτων, έπαψε να είναι αναπόσπαστο μέρος της άμυνας του καπιταλισμού απέναντι στον σοσιαλισμό.
Καθόλου τυχαία, οι Financial Times του Λονδίνου έγραψαν σε κύριο άρθρο: «Η πτώση του σοβιετικού μπλοκ άφησε το Δ.Ν.Τ. και τους G7 να εξουσιάζουν τον κόσμο και να δημιουργούν μια νέα εποχή»
Η «νέα εποχή» σηματοδότησε την διάσταση του σύγχρονου φιλελευθερισμού ο οποίος εισήγαγε νέους όρους στην πολιτική προκειμένου να προβάλεται η δεδομενικότητα της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής.
«Θεωρείται πλέον δεδομένο και μη αμφισβητήσιμο – τουλάχιστον σε όσους δεν είναι οικονομικά αναλφάβητοι ή αθεράπευτα παρωπιδικοί – ότι μόνο οι ελεύθερες αγορές μπορούν να δημιουργήσουν πλούτο, να οδηγήσουν σε οικονομική ανάπτυξη και να κάνουν μια χώρα και τους κατοίκους της πλουσιότερους.» επισημαίνει ο Αριστείδης Χατζής αρθογράφος, συγγραφέας, Φιλελεύθερος και αναπληρωτής καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Με τον ορό «ελεύθερη αγορά» ο κύριος καθηγητής, στο πλαίσιο της μονεταριστικής και φορμαλιστικής θεωρίας του, εννοεί ένα σύστημα εκμετάλλευσης ελαστικών μορφών εργασίας και φτηνών μεροκάματων, δημόσιας επιδότησης, τραπεζικού δανεισμού, και αποφυγή φορολογίας,  υπέρ των επενδυτών και του ιδιωτικού κέρδους. Δηλαδή,  η «ελευθερία» νοείται όχι ως κάτι γενικού ιδεώδους προς το οποίο οφείλει να προσανατολίζεται το κράτος, αλλά ως μοτίβο μαζικής παρέμβασής του στην οικονομία, προκειμένου να διατηρήσει ένα κράτος πρόνοιας για τους γύπες των αγορών.
Μετά την πτώση της ΕΣΣΔ ο φιλελευθερισμός  ήταν νέα «συναίνεση» του καπιταλισμού, που ονομάστηκε «Συναίνεση  της Ουάσινγκτον», καθώς οι κύριοι εμπνευστές και διαφημιστές της ήταν οι πολυμερείς χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, όπως το ΔΝΤ ή η Παγκόσμια Τράπεζα με έδρα την Ουάσινγκτον.
Σύμφωνα με το πνεύμα της «Συναίνεση  της Ουάσινγκτον», η «οικονομική κρίση»  οφειλόταν στην υπερβολική παρέμβαση του κράτους στην οικονομία, και στην απουσία ενός κατάλληλου συστήματος «ελεύθερου ανταγωνισμού». Άρα, επιβάλλονταν να εφαρμοστούν από τις κυβερνήσεις «προγράμματα δομικής προσαρμογής» και μεταρρυθμίσεις με τις γνωστές συνταγές : δημοσιονομική λιτότητα, αύξηση στις τιμές των δημοσίων υπηρεσιών, ιδιωτικοποιήσεις, ώστε να εξυπηρετηθεί το «δημόσιο»  χρέος στις ιδιωτικές τράπεζες!
Ως προς το μείζον ζήτημα του χρέους και της αποπληρωμής του, ο αγαπητός δημοσιογράφος  Τάσος Τέλλογλου ορθολογικά είχε περιγράψει με την πένα του τί πρέπει να γίνει: «Όταν χρωστάς, πουλάς, και όταν έχεις ανάγκη κάθε ευρώ για να ξεχρεώσεις, πουλάς όσο-όσο. Έτσι ήταν και έτσι θα παραμείνει. Έχουν κάτι καλύτερο να προτείνουν οι διαμαρτυρόμενοι και ασχημονούντες (μαζί με την επιταγή -καλυμμένη!- παρακαλώ).»
Σε αυτό το πλαίσιο τα αλαζονικά παράσιτα που κοσμούν την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ καλούνται να παραχωρήσουν το δημόσιο δίκτυό της ΔEΗ στους  επενδυτές- εναλλακτικούς παρόχους, μεσάζοντες δηλαδή που έχουν την υπέροχη ροπή να βγάζουν κέρδος με δημόσια κόλλυβα πουλώντας αέρα κοπανιστό. Τους αυτοκινητόδρομους να τους μετατρέψουν σε ιδιωτικές οδούς, μερικών μετρημένων στα δάχτυλα του ενός χεριού επενδυτών, που γνωρίζουν καλά τα σύντομα μονοπάτια προς τον πλούτο. Επιπρόσθετα, μετέτρεψαν  14 αεροδρόμια σε ιδιωτική πίστα μιας εταιρείας, αφού πρώτα τράπεζα που χρηματοδοτήθηκε από δημόσιο χρήμα δάνεισε τα χρήματα της εξαγοράς τους από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ! Στην ουρά περιμένουν και κάποιοι που ορέγονται την «αρπαγή» του νερού, των νοσοκομείων των προγραμμάτων συνταξιοδότησης, την αρπαγή  των δημόσιων Πανεπιστημίων.
Το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας έχει ήδη δοθεί ως ιδιωτική πισίνα σε μια εταιρεία, η οποία υποχρέωσε τους εργάτες να υπογράψουν «σύμβαση εκ περιτροπής εργασίας αορίστου χρόνου»!
Θέλουν να δημιουργήσουν μια κοινωνία όπου οι σχέσεις ανάμεσα στους πολίτες θα διαμεσολαβούνται αποκλειστικά μέσω των ιδιωτικών θεσμών των αγορών και που σιγά-σιγά θα οδηγήσει στην απόρριψη συλλογικών υποκειμένων, (κόμματα, πολιτικά προγράμματα, οικονομικά συστήματα, εργατικά σωματεία κτλπ)   με στόχο να εξαφανίσουν ή να δυσχεράνουν την έκφραση οποιασδήποτε συλλογικής τοποθέτησης των πολιτών.
Ωστόσο, όλα τα παραπάνω, στο πλαίσιο της Ιστορικής κατεύθυνσης, έχουν μια αφετηρία.
Ήταν 10 Απριλίου του 1947 όταν στο Mont Pelerin, μετέπειτα ιερό βουνό των απανταχού νεοφιλελεύθερων που βρίσκεται στο Βεβέ της Ελβετίας, συγκεντρώθηκαν τριάντα εννιά καθηγητές από όλο τον κόσμο με επικεφαλής τους Friedrich August Hayek και Milton Friedman προκειμένου να θέσουν τις βάσεις του νεοφιλελεύθερου μανιφέστου του Hayek, που είχε ήδη γράψει το ευαγγέλιο του Πάσχου Μανδραβέλη «The Road of Serfdom» που υποστηρίζει «ότι θα ζούμε καλύτερα με τη μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία της αγοράς και ότι o ρόλος της κάθε κυβέρνησης θα πρέπει να περιοριστεί στη δημιουργία των προϋποθέσεων που χρειάζεται για να λειτουργήσει ο ελεύθερος ανταγωνισμός των αγορών και στην προστασία της ιδιωτικής επένδυσης και περιουσίας». (μετάφραση: διάλυση των δημοσίων υπηρεσιών και της δημόσιας ασφάλισης, διάλυση των εργατικών συνδικάτων). «Όλες τις λειτουργίες του κράτους θα τις αναλάβουν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις, οι οποίες με κίνητρο το κέρδος, θα παρέχουν βασικές υπηρεσίες στους πολίτες.»
Εκεί ιδρύθηκε και η οργάνωση «Mont Pelerin Society», με σκοπό να συμβάλει στην επικράτηση των φιλελεύθερων ιδεών και στην «καταπολέμηση της υπεροχής της μαρξιστικής και της κεϋνσιανής σκέψης που σαρώνουν τον κόσμο». Από εδώ ξεπήδησαν και οι «δεξαμενές σκέψης» (think tanks) που ειδικά στη Μεγάλη Βρετανία συνέβαλαν αποφασιστικά στην επικράτηση του διανοητικού ρεύματος που ονομάστηκε «θατσερισμός». (Η μεγάλη αγάπη του αγαπητού φιλελεύθερου  Ανδρέα Ανδριανόπουλου)
Ο Hayek, κάτοχος βραβείου Νόμπελ της Οικονομίας, έλεγε ότι θα «χρειαστεί τουλάχιστον μία γενιά προκειμένου να επικρατήσει το δόγμα του». Τόσο λίγο, μια και γνώριζε ότι το μεγάλο πλεονέκτημά του, ήταν ότι είχε αστείρευτες πηγές χρημάτων. Οι ολιγάρχες, οι πλούσιοι άνθρωποι με τα μονοπώλια και τα ιδρύματά τους όπως ο John Merrill Olin, οι «αυτοπροαίρετες ομάδες» δηλαδή, όπως έλεγε και ο Hayek έδωσαν εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια για να δημιουργήσουν think tanks και να ιδρύσουν σχολές διοίκησης επιχειρήσεων για να μετατρέψουν τις οικονομικές σχολές των πανεπιστημίων σε προπύργια της νεοφιλελεύθερης σκέψης…
Είκοσι έξι χρόνια μετά την δημιουργία του think tank «Mont Pelerin Society», η συγκεκριμένη θεωρία του Hayek και ο ίδιος αποκτούν μια χώρα. Σύμφωνα με  τον «Τhe Guardian» και την εφημερίδα «Καθημερινή» στις 02.09.2007: «Το πρώτο νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα που εφαρμόστηκε ποτέ, ήταν στη Χιλή μετά το πραξικόπημα του Πινοσέτ, (Pinochet) το οποίο στήριξε η αμερικανική κυβέρνηση και οικονομολόγοι τους οποίους είχε διδάξει ο Μίλτον Φρίντμαν, (Milton Friedman ) εκ των ιδρυτών της Εταιρείας του Μον Πελερέν (Mont Pelerin). Εκεί, ήταν εύκολο να εξασφαλίσουν υποστηρικτές για το πείραμα αυτό: όποιος είχε αντίθετη γνώμη τον πυροβολούσαν. Αργότερα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα χρησιμοποίησαν την ισχύ τους στα αναπτυσσόμενα κράτη, για να ζητήσουν την εφαρμογή ανάλογων πολιτικών. Στην προώθηση του νεοφιλευθερισμού τα μέσα ενημέρωσης έπαιξαν καταλυτικό ρόλο καθώς προωθούσαν τα συμφέροντά τους.»
Ωστόσο, με απαισιοδοξία θα επισημάνουμε πως οι γνωστικές δυνάμεις μεγάλης μερίδας των εργαζομένων σχετίζονται σχεδόν αποκλειστικά με τα δρώμενα της οθόνης τους, κάτι που δεν αφήνει ούτε μία αμυδρή σκιά ελεύθερης βούλησης. Η αίσθηση της ελευθερίας, αυτής της μερίδας, προκύπτει καθώς αλλάζει τις οπτικές γωνιές θέασης ή τα κανάλια της τηλεόρασής της.
Η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών ζει ,λοιπόν, μέσα σε ένα καθεστώς απομόνωσης  όχι μόνο από τα κέντρα αποφάσεων αλλά και από την ουσιαστική πληροφόρηση. Διατηρείται ο λαός ή καλύτερα η «κοινή γνώμη» στο σκοτάδι, ώστε να εξασφαλίζεται η μη ανάμιξή της στην σχεδιαζόμενη πολιτική, που σκοπό έχει την  διατήρηση του συστήματος,  τη σταθερότητα του καπιταλισμού και την επέκταση του ,ώστε να μην απομείνει πλέον κανένας μη εμπορικός χώρος στην κοινωνική δραστηριότητα.
Η κοινωνία πρέπει μόνο να υποφέρει, και να πιστεύει σε γελοίους σωτήρες, σε υψηλόφρονους φασίστες, σε θρησκευτικούς και εθνικούς φανατισμούς, σε δοξασίες συνωμοσιολόγων. Βολικό, καθώς σε μια «δυτικού τύπου δημοκρατία» είναι αδύνατον να βγάλεις έξω αποσπάσματα θανάτου και Τανκ όπως στην Χιλή στην Αργεντινή και σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Ο Ελβετός φιλόσοφος Jean-Jacques Rousseau στο βιβλίο του «Πραγματεία περί της καταγωγές και των θεμελίων της ανισότητας…» ευρηματικά εξηγεί πώς λειτουργεί ο Κόσμος: […] η κοινωνία και οι νόμοι που έβαλαν νέα δεσμά στους αδύνατους και έδωσαν περισσότερη δύναμη στους πλούσιους, αναπόφευκτα κατέστρεψαν τη φυσική ελευθερία, εγκαθίδρυσαν για πάντα το νόμο της ιδιοκτησίας και της ανισότητας, έκαναν τον επιδέξιο σφετερισμό ένα τελεσίδικο δικαίωμα, και για το κέρδος λίγων φιλόδοξων ανθρώπων καταδίκασαν από κει και μετά ολόκληρη την ανθρωπότητα στην εργασία, την υποτέλεια και τη φτώχεια».
πηγή: imerodromos