Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

Ο εξαρθρωμένος χρόνος

του Γιάννη Κιμπουρόπουλου (ΚΙΜΠΙ)



Μια φράση μου ’χει σφηνωθεί εδώ και μερικά χρόνια στο μυαλό. Την έχω κλέψει κάμποσες φορές, την έχω καταχραστεί, αλλά μάλλον δεν είχα μπει μέχρι τώρα στο μεδούλι της. «Το να χάνεις τη δουλειά σου είναι σαν κάταγμα». Αν θυμάμαι καλά, το ’λεγε στον εαυτό του ένας από τους ήρωες των διηγημάτων του Χρήστου Οικονόμου, στη συλλογή «Κάτι θα γίνει, θα δεις». Το βιβλίο έχει φύγει από τη βιβλιοθήκη μου, κάπου το δάνεισα, καλώς το δάνεισα, τα βιβλία είναι για να διαβάζονται κι όχι για να κοιμούνται στα ράφια, αλλά και κακώς, γιατί τώρα που το αναζήτησα για να τσεκάρω τη φράση δεν το ’χω. Ας εμπιστευτώ την αβέβαιη μνήμη μου.

Προσπαθώ να φανταστώ τον συνειρμό που οδήγησε στο «κάταγμα». Όταν σπας χέρι, πόδι, ...
λεκάνη, σπόνδυλο υποχρεώνεσαι σε μερική ακινητοποίηση, ενίοτε και ολική. Ξέρεις ότι το ίδιο το οστό δεν κινείται, ο μυς το κινητοποιεί, αλλά μαζί με το ακινητοποιημένο οστό ακινητοποιείται αναγκαστικά και ο μυς. Του «απαγορεύεται» να κινηθεί, με ένα νάρθηκα ή με γύψο ή με εκείνους τους φρικτούς μεταλλικούς συνδέσμους που τοποθετούνται μετά την επέμβαση, αν το κάταγμα είναι σοβαρό. Εν μέρει γίνεσαι ένα ασπόνδυλο, ένα μαλάκιο, ένας γαιοσκώληκας.
****
Τα οστά αρθρώνουν το σώμα στην πολύπλοκη μηχανή του σώματος που συνδυάζει την ευελιξία με τη σταθερότητα, την τρυφερότητα με τη σκληρότητα, την αβεβαιότητα με την ασφάλεια. Κάτι τέτοιο πρέπει να συμβαίνει και με τη δουλειά. Αρθρώνει τον χρόνο σου. Χωρίς το απεχθές, αλλοτριωτικό, αποξενωτικό, εξουθενωτικό, εκμεταλλευτικό, ψυχοφθόρο, κακοπληρωμένο οκτάωρο της δουλειάς – αλλά και τετράωρο ή δεκάωρο- το 24ωρο γίνεται μια άμορφη μάζα, χωρίς αρχή, μέση, τέλος. Το να χάνεις τη δουλειά σου είναι σαν να εξαρθρώνεται ο χρόνος σου.

Λέτε να βρήκα πού κολλάει το «κάταγμα» του Χ. Οικονόμου; Δεν έχει τόση σημασία, όμως, τίποτε δεν μπορεί να υποκαταστήσει το πρωτότυπο μιας σύλληψης, ούτε τη μοναδικότητα ενός βιώματος. Πιθανότατα κάθε άνεργος, μετά λίγους μήνες «προσαρμογής» στη νέα κατάσταση, έχει ένα μοναδικό μίγμα συναισθημάτων, μια ιδιαίτερη ποσόστωση «αχρηστίας», «τεμπελιάς», αδυναμίας, απομόνωσης, αποκλεισμού, αυτοαποκλεισμού, ματαίωσης, διάψευσης,  που τελικά αποκρυσταλλώνονται σε μια αίσθηση προσωπικής αποτυχίας. Ωστόσο, το κοινό χαρακτηριστικό κάθε ανέργου, κάθε ανέργου που έχει πίσω του πολλά χρόνια δουλειάς, ενδεχομένως και δεκαετίες, είναι η αδυναμία να ξαναοργανώσει τον «απελευθερωμένο» χρόνο του.
 ****
Ό,τι κι αν καταλογίσει κανείς στη δουλειά σε συνθήκες καπιταλισμού, ό,τι αρνητικό κι αν της αποδώσει- την αποξένωση, την εκμετάλλευση, τη μισθωτή σκλαβιά, τον εξευτελισμό, την ταπείνωση, την καταπίεση της δημιουργικότητας, την έλλειψη ικανοποίησης, την εξουθενωτική ρουτίνα, τη σωματική καταπόνηση, την καταρράκωση της προσωπικότητας, τον ελεεινό ανταγωνισμό-, αυτός ο κακός, φρικτός κι ανάποδος καταναγκασμός, αυτό το βαρύ οκτάωρο που σου το τρώει τ’ αφεντικό, τελικά σού οργανώνει τη μέρα, το 24ωρο, την εβδομάδα, τους μήνες, τον χρόνο.

Όταν έχεις δουλειά, πολύ απλά η μέρα σου έχει ώρες πριν και μετά απ’ αυτήν. Θέλεις δεν θέλεις, πρέπει να κάνεις επιλογές και ιεραρχήσεις για τις υπόλοιπες 12-15 ώρες που σού απομένουν. Κάποιες είναι ύπνος, κάποιες άραγμα, κάποιες δουλειές για το σπίτι, την οικογένεια, κοινωνικές σχέσεις με συγγενείς, φίλους, συναδέλφους, συντρόφους. Πρακτικά, αυτός ο κατ’ επίφαση ελεύθερος, εκτός δουλειάς χρόνος δεν είναι τίποτε άλλο παρά χρόνος για να αναπληρώσεις τις δυνάμεις που σε καταστούν ικανό να πας και την άλλη μέρα στη δουλειά. Ο θείος Κάρολος το έχει αναλύσει επαρκώς αυτό εδώ κι ενάμιση αιώνα, ας μην το ζαλίζουμε περαιτέρω. Αλλά αυτή η σχέση εργάσιμου και υποταγμένου στον εργάσιμο «ελεύθερου» χρόνου σε απαλλάσσει από την βάσανο να οργανώσεις εσύ ο ίδιος το 24ωρό σου, από την αυγή της μέρας μέχρι τα μεσάνυχτα, τουλάχιστον μέχρις ότου εσύ και αρκετά εκατομμύρια σαν εσένα αποφασίσουν ότι ήρθε η ώρα να απαλλαγούν από τα δεσμά της μισθωτής σκλαβιάς. Μέχρι τότε, για τη βασική δομή του 24ώρου σου αποφασίζει ο εργοδότης σου, ο συγκεκριμένος ή ο αφηρημένος συλλογικός εργοδότης σου. Αυτός παρέχει τον σκελετό στο σώμα του χρόνου σου.
****
Συμπληρώνοντας μερικούς μήνες πραγματικής ανεργίας, διαπιστώνω ότι έχω περάσει ήδη το όριο της πλήρους εξάρθρωσης του χρόνου μου. Τώρα καταλαβαίνω κάπως καλύτερα τον συνάδελφό που είχε επισημάνει πωςχειρότερο από το να δουλεύεις και να μην πληρώνεσαι είναι να σηκώνεσαι το πρωί και να μην έχεις τι να κάνεις και πού να πας, γιατί απλώς δεν έχεις δουλειά. Τώρα καταλαβαίνω και το σοκ του συνταξιούχου που έπειτα από 35 χρόνια δουλειάς αντιμετωπίζει με δέος το «ελεύθερο» 24ωρό του και το γεμίζει ή με κατάθλιψη ή με ένα επινοημένο υποκατάστατο πλήρους απασχόλησης. Τώρα καταλαβαίνω και τη νευρική αμηχανία του 26χρονου ανιψιού μου που, με ένα πτυχίο μηχανικού υπό μάλης, δηλώνει διαθέσιμος για «ό,τι να ’ναι», «όσο να ’ναι». Τώρα καταλαβαίνω τον ήρωα της ταινίας του Λοράν Καντέ «Ελεύθερος ωραρίου», τον άνεργο Βενσάν που αποκρύπτει από τους πάντες την απόλυσή του και επινοεί μια φανταστική εργασία, περνώντας τις μέρες του στους δρόμους, κοιμώμενος στο αυτοκίνητο, τρώγοντας τις οικονομίες του και παραμυθιάζοντας την οικογένειά του κάθε σαββατοκύριακο για τη συναρπαστική δουλειά του στον ΟΗΕ.

Θεωρητικά, η ανεργία μπορεί για κάποιο διάστημα να είναι μια δημιουργική περίοδος. Οι φίλοι κι οι δικοί σου σε συμβουλεύουν «να κάνεις πράγματα για τον εαυτό σου»: γράψει ποίηση, γράψε λογοτεχνία, ζωγράφισε, διάβασε, δες παλιούς φίλους, κάνε μικροεπισκευές στο σπίτι, φύτεψε λουλούδια, κάνε το νοικοκυριό του σπιτιού, μαγείρεψε, βοήθησε το παιδί στο διάβασμα, κάνε πράγματα που δεν έκανες πριν μαζί του, πήγαινε στο χωριό σου, κάνε τον ερασιτέχνη αγρότη αν έχεις λίγη γη, έλεγξε την υγεία σου, πήγαινε στους γιατρούς όσο υπάρχει ασφάλιση, δες τι γίνεται με το συνταξιοδοτικό σου, κάνε εθελοντισμό. Υπάρχουν χίλια δυο πράγματα που δεν απαιτούν χρήματα ή απαιτούν λίγα, και μάλιστα μπορεί και να σου γλιτώνουν χρήματα. Φυσικά, μέσα σ’ όλα κάπου πρέπει να βρεις χρόνο και για το «ψάξε για δουλειά», αλλά επειδή αυτό αποκλείεται να έχει άμεσο αποτέλεσμα με 1,5 εκατ. ανέργους, είναι δεδομένο πως για αρκετούς μήνες θα έχεις άφθονο «ελεύθερο» χρόνο, για να κάνεις «πράγματα για τον εαυτό σου».

‘Όμως, όταν κάθε πρωί είσαι αντιμέτωπος μ’ αυτόν τον άχρονο, άρρυθμο, εξαρθρωμένο «ελεύθερο» χρόνο, έχεις πρόβλημα. Πώς ξεκινάς; Από τι; Εντάξει, φτιάχνεις τον πρώτο καφέ της μέρας, κάνεις και το πρώτο τσιγάρο, αποχαιρετάς τη γυναίκα σου που πάει στη δουλειά (ναι, υπάρχει τουλάχιστον κάποιος που δουλεύει), αποχαιρετάς και το παιδί που πάει σχολείο. Μετά; Κάνεις δυο τρία στοιχειώδη πράγματα στο σπίτι- μην είσαι γαϊδούρι, θα έρθει η άλλη σκοτωμένη απ’ τη δουλειά και θα τα βρει όλα στη μέση;-, ετοιμάζεις το μεσημεριανό, εξαντλώντας τους μαγειρικούς πειραματισμούς, ποτίζεις τις γλάστρες, πληρώνεις λογαριασμούς που λήγουν, ψωνίζεις στο σούπερ μάρκετ… Και μετά; Αυτά γίνονταν και πριν, δεν δικαιολογούν την παρουσία σου και, προ παντός, δεν γεμίζουν το 24ωρό σου. Παίρνεις κανένα τηλέφωνο, ενημερώνεσαι αποσπασματικά στο ίντερνετ, διαβάζεις ένα βιβλίο που το σέρνεις για εβδομάδες, κοιτάζεις την ατζέντα μήπως υπάρχει κανένα ραντεβού, οι περισσότερες ημερομηνίες είναι κενές σημειώσεων, αποφασίζεις κάτι να κάνεις, θυμάσαι ή επινοείς εκκρεμότητες, φτιάχνεις λίστες «καθηκόντων» στον εαυτό σου, ανακαλύπτεις ότι έχουν δίκιο όσοι σε συμβουλεύουν «πόσα πράγματα έχεις να κάνεις για τον εαυτό σου», αλλά όταν αυτά τα «πολλά πράγματα» επιχειρείς να τα οργανώσεις, να τα ιεραρχήσεις, να τα ταξινομήσεις, αδυνατείς. Τα αναβάλλεις, τα μετακινείς, καταστρατηγείς τα χρονοδιαγράμματα, κολλάς σ’ έναν βάλτο αδράνειας. Όταν επιχειρείς έναν απολογισμό των εβδομάδων και των μηνών που πέρασαν, αναρωτιέσαι πότε ήταν Χριστούγεννα, πότε Απόκριες, Πάσχα, πού πήγαν οι αργίες, πότε έφτασε καλοκαίρι. Οι εποχές, το ημερολόγιο και τα ορόσημά του γλιστρούν και χάνονται μέσα από το σουρωτήρι του εξαρθρωμένου «ελεύθερου» χρόνου της ανεργίας.
****
Από μια άποψη είναι λυπηρό. Είναι ένα τεκμήριο της θλιβερής μας αλλοτρίωσης από τον «αρθρωμένο χρόνο» της μισθωτής σκλαβιάς. Φαίνεται ότι αυτός ο εξαρτημένος χρόνος έχει την ικανότητα να ιδιοποιείται όλο τον χρόνο μας, να καταλύει την ικανότητά μας να αυτοργανωθούμε, να επαναϊδιοποιηθούμε τον απελευθερωμένο χρόνο μας. Είναι σχεδόν κάτι αφύσικο, ή για την ακρίβεια είναι μια δεύτερη, κεκτημένη «φύση» στην οποία μας εκπαιδεύει ο οργανωμένος εργάσιμος χρόνος (είτε είναι ευέλικτος και ελαστικοποιημένος είτε είναι σταθερός, ο πρώτος απλώς απογειώνει την εξάρτηση του «ελεύθερου» χρόνου, σε σημείο εκμηδενισμού του). Ας μην ξεχνάμε, η «εκπαίδευση» ξεκινά από νωρίς, το σχολείο είναι και μια προσομοίωση του εργάσιμου χρόνου, μάταια αντιστέκονται τα βλαστάρια μας που αρνούνται να ξυπνήσουν το πρωί, στο τέλος εμείς οι ίδιοι καταστέλλουμε τη φυσική τους αντίσταση...

Παρ’ όλα αυτά, μού λείπει. Μού λείπει ο αρθρωμένος, εξαρτημένος, ιδιοποιημένος, ο κλεμμένος από τον εργοδότη και την αγορά εργάσιμος χρόνος, που καταλαμβάνει και δίνει υπόσταση σε όλο τον χρόνο μου. Προφανώς το σώμα μου αντιλαμβάνεται ότι αυτού του είδους η βίαιη «απελευθέρωση» του ανθρώπινου χρόνου από την εργασία δεν είναι παρά μια εναλλακτική στρατηγική υποδούλωσής του. Με χαμηλότερο κόστος, λιγότερα παζάρια, χαμηλές απαιτήσεις. Το επόμενο στάδιο είναι το «ό,τι να ’ναι, όσο να ’ναι» - τίποτα δεν είναι τυχαίο στο άναρχο σχέδιο της μνημονιακής μας πραγματικότητας.
Μακρύς ο δρόμος της απελευθέρωσης του χρόνου μας, κι ακόμη πιο μακρύς ο δρόμος της χειραφέτησης του είδους μας…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου