Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2015

Η δημοκρατία στα επαναστατικά κόμματα της εργατικής τάξης

του Δημήτρη Καλτσώνη*

Οι θεμελιωτές του μαρξισμού έθεταν ως πολιτικό στόχο της εργατικής τάξης την κοινωνική της απελευθέρωση και, μαζί, την απελευθέρωση της ανθρωπότητας από κάθε είδους εκμετάλλευση και καταπίεση. Τα βασικά συστατικά στοιχεία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο στόχο αυτό και που έπρεπε να είναι καρπός μιας κοινωνικής επανάστασης είναι δύο, διαλεκτικά δεμένα μεταξύ τους: η κοινωνικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής, έτσι ώστε να πάψει να λειτουργεί ο μηχανισμός εκμετάλλευσης και ιδιοποίησης της υπεραξίας, και μια νέου τύπου δημοκρατία.
Η νέου τύπου δημοκρατία θα έπρεπε να είναι πολύ πιο βαθιά και ουσιαστική από την τυπική αστική δημοκρατία ώστε να δίνει τη δυνατότητα στην εργατική τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα να διαχειρίζονται τις οικονομικές, πολιτικές και άλλες υποθέσεις τους. Το «πρότυπο» αυτής της νέου τύπου, εργατικής δημοκρατίας ο Μαρξ, ο Ένγκελς και ο Λένιν θεώρησαν ότι προέκυψε μέσα από την ίδια την ιστορική εμπειρία: ήταν η Παρισινή Κομμούνα και αργότερα τα σοβιέτ (συμβούλια).
Αυτό που χαρακτήριζε την Παρισινή Κομμούνα ήταν ότι έδινε τη δυνατότητα στην εργατική τάξη και το λαό να εκλέγει, ανακαλεί οποτεδήποτε, να ελέγχει ανά πάσα στιγμή, να εναλλάσσει τους αντιπροσώπους της και να μην τους δίνει περιθώρια αυτονόμησης καταργώντας κάθε προνόμιο και παρέχοντας μισθούς του ίδιου επιπέδου με ένα συνηθισμένο εργατικό μισθό[1].
Όπως είναι γνωστό, οι θεμελιωτές του μαρξισμού θεωρούσαν ότι η απελευθέρωση της εργατικής τάξης θα είναι έργο της ίδιας. Για το σκοπό αυτό απαιτείται επίσης η συγκρότηση επαναστατικών εργατικών κομμάτων που θα συσπειρώνουν το πιο μαχητικό, συνειδητοποιημένο τμήμα της.
Η ιστορική εμπειρία έδειξε ότι τα επαναστατικά – δημοκρατικά οργανωτικά χαρακτηριστικά των πρώτων εργατικών επαναστάσεων έτειναν να αποτελέσουν, σε ένα βαθμό τουλάχιστον, τα στοιχεία στα οποία βασίστηκε η οργάνωση των επαναστατικών κομμάτων της εργατικής τάξης[2]. Δεν υπάρχει βέβαια στον Μαρξ μια συνολική θεωρητική ανάλυση για το επαναστατικό κόμμα. Ο Λένιν αντιμετώπισε λίγο αργότερα στην πράξη πιο διεξοδικά το ζήτημα[3].
Γιατί δημοκρατικά οργανωμένα;
Γιατί τα επαναστατικά κόμματα έπρεπε να είναι δημοκρατικά οργανωμένα; Γιατί δεν αρκούσε η υποστήριξη μιας αποφασισμένης, πρωτοπόρας ηγεσίας; Πρώτο, γιατί κατά την αντίληψη των μαρξιστών η απελευθέρωση της εργατικής τάξης μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο αν είναι έργο της ίδιας και όχι κάποιων πεφωτισμένων ηγετών. Η σοσιαλιστική επανάσταση πρέπει να εκφράζει τη βούληση του υφιστάμενου την εκμετάλλευση και καταπίεση λαού να απελευθερωθεί. Το ίδιο και το επαναστατικό κόμμα πρέπει να εκφράζει τη βούληση των μελών του και την εθελοντική τους στράτευση στην υπόθεση της απελευθέρωσης της ανθρωπότητας. Άρα απαιτείται ουσιαστική δημοκρατία.
Δεύτερο, η χάραξη πολιτικής απαιτεί την επιστημονική ανάλυση της πραγματικότητας. Η επιστημονική ανάλυση (τόσο στις φυσικές όσο και στις κοινωνικές επιστήμες) είναι ατομική και συλλογική υπόθεση συνάμα. Για να είναι όσο το δυνατό πιο αποτελεσματική, απαιτεί τη συζήτηση, τη διασταύρωση των γνώσεων, των γνωμών, των εμπειριών[4]. Άρα είναι αναγκαία η πιο ουσιαστική δημοκρατική συμμετοχή των μελών του επαναστατικού κόμματος στη χάραξη πολιτικής. Το ίδιο χρειάζεται και για την εκτίμηση των αποτελεσμάτων της εφαρμογής της πολιτικής. Θεωρητική ανάλυση και κοινωνική – πολιτική πράξη βρίσκονται σε αδιάρρηκτη, στενή διαλεκτική σχέση.
Τρίτο, η συμμετοχή των μελών του επαναστατικού κόμματος στη χάραξη και εφαρμογή της πολιτικής αποτελεί μέθοδο ανόδου του επιπέδου γνώσης, κοινωνικής και πολιτικής συνειδητοποίησης. Όσο πιο ουσιαστικά συμμετέχουν τα μέλη ενός τέτοιου κόμματος στη χάραξη και στην εφαρμογή πολιτικής, τόσο περισσότερο βαθαίνει η γνώση τους για τον κόσμο και αντίστροφα όσο βαθαίνει το επίπεδο συνείδησης τόσο η συμμετοχή στις κομματικές και εν γένει πολιτικές διαδικασίες γίνεται πιο ουσιαστική. Έτσι, και η παρέμβασή τους στην κοινωνία καθίσταται πιο αποτελεσματική.
Τέταρτο, η όποια πρωτοπόρα ηγετική ομάδα ή πρόσωπο μπορεί κάλλιστα να βρεθεί ουραγός του κινήματος. Η συνείδηση δεν μένει στατική. Εξελίσσεται προς τη μια ή άλλη κατεύθυνση, μπροστά ή πίσω. Άρα υπάρχει πάντοτε η ανάγκη αποτελεσματικού ελέγχου από τη βάση ή και αντικατάστασης του συνόλου ή μέρους της ηγεσίας.
Τι είδους δημοκρατία
Τι είδους δημοκρατία έχουν ανάγκη τα επαναστατικά εργατικά κόμματα; Το βέβαιο είναι ότι δεν έχουν ανάγκη από μια αστικού, κοινοβουλευτικού τύπου δημοκρατία, όπου πίσω από την τυπική ισότητα των μελών θα κρύβεται η πραγματική ανισότητα. Το πρόβλημα είναι πως και στα εργατικά κόμματα υπάρχει ανισότητα ανάμεσα στα μέλη εξαιτίας της διαφορετικής κοινωνικο-οικονομική τους θέσης, του διαφορετικού μορφωτικού και πολιτιστικού επιπέδου, της διαφορετικής θέσης στον μηχανισμό του κόμματος άρα και στην πληροφόρηση κλπ.
Για να γίνει δυνατή η υπέρβαση των ανισοτήτων αυτών, στο βαθμό που είναι δυνατή, απαιτείται επίμονη προσπάθεια. Το εγχείρημα αυτό δυσκολεύεται από τις καπιταλιστικές κοινωνικές συνθήκες οι οποίες κάθε άλλο παρά επιτρέπουν την απρόσκοπτη και ουσιαστική συμμετοχή των εργατών στην πολιτική. Ακόμη και στις σοσιαλιστικές κοινωνίες, όπως αποδείχθηκε, η ιστορική κληρονομιά του καπιταλισμού αλλά και το γεγονός ότι ο κοινωνικός καταμερισμός εργασίας εξακολουθεί να υφίσταται, δρουν ανασταλτικά στην ουσιαστική συμμετοχή της εργατικής τάξης.
Άρα απαιτείται διαρκής, οργανωμένη, συστηματική προσπάθεια για να ξεπερνιούνται οι αντικειμενικές δυσκολίες. Για το λόγο αυτό ο Λένιν έδινε, για παράδειγμα, ιδιαίτερη σημασία στην άμεση δημοκρατία και στην άμεση συμμετοχή όλων των μελών του κόμματος στη χάραξη της πολιτικής και στη στενή σύνδεση της άμεσης με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία στο επαναστατικό κόμμα.
Η ουσία των μέτρων που πρόκρινε ήταν μέτρα τύπου Παρισινής Κομμούνας. Πρώτο, είχε ιδιαίτερη σημασία η εκλογή όλων των στελεχών. Όσοι αναλαμβάνουν ένα ρόλο στον καταμερισμό εργασίας του κόμματος πρέπει να έχουν την εξουσιοδότηση και έγκριση των μελών. Έτσι, ο Λένιν προέτασσε την πλήρη αιρετότητα και δημοσιότητα ως γενική αρχή. Η μόνη κάμψη της αρχής είναι δεκτή και επιβεβλημένη όταν το επαναστατικό κόμμα δρα σε συνθήκες παρανομίας[5].
Μια εκλογική διαδικασία μπορεί όμως να είναι απολύτως τυπική και προσχηματική, αν δεν εξασφαλίζονται μια σειρά συγκεκριμένοι όροι. Ιδιαίτερη σημασία έδινε στη δημοσιότητα όλων των απόψεων εντός του κόμματος[6]. Μόνο έτσι μπορούν τα μέλη να κρίνουν, να σχηματίσουν ολοκληρωμένη άποψη τόσο για την πολιτική κατάσταση όσο και για τις πολιτικές επιλογές και τα πρόσωπα ώστε η εκλογική κομματική διαδικασία «δεν θα είναι πια ζήτημα κουμπαριάς, φιλίας ή συνήθειας… αλλά ζήτημα συνειδητού καθορισμού από τα ίδια τα «κάτω στρώματα» (δηλ. απ’ όλα τα μέλη του κόμματος) της πολιτικής τους στάσης»[7]. Για να είναι ουσιαστική μια δημοκρατική διαδικασία, έχει ακόμη σημασία, εκτός από την αυτονόητη υποταγή της μειοψηφίας στην πλειοψηφία, να διασφαλίζονται και τα δικαιώματα της εκάστοτε μειοψηφίας[8].
Δεύτερο, οι συνθήκες ολόπλευρης ενημέρωσης και πληροφόρησης για τις διαφορετικές απόψεις και για τη στάση των ηγετών και στελεχών του κόμματος δίνουν τη δυνατότητα για την πραγματική άσκηση ελέγχου των μελών. Μόνο έτσι μπορεί η λογοδοσία των καθοδηγητικών οργάνων να είναι ουσιαστική και όχι προσχηματική και μόνο με τον τρόπο αυτό μπορούν τα μέλη να έχουν τη δυνατότητα ανάκλησης των αιρετών, όταν διαπιστώσουν ότι δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες. «Όλοι συμφωνήσαμε», έγραφε ο Λένιν, «με την αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, με την εξασφάλιση των δικαιωμάτων κάθε μειοψηφίας και κάθε νόμιμης αντιπολίτευσης, με την αυτονομία κάθε κομματικής οργάνωσης, με την αναγνώριση της αιρετότητας και των αρχών της λογοδοσίας και του ανακλητού όλων των υπεύθυνων προσώπων του κόμματος»[9].
Η ανακλητότητα όμως δεν σημαίνει απλώς την περιοδική δυνατότητα ανάκλησης των αιρετών κάθε ένα, δύο ή τέσσερα χρόνια. Για να έχει νόημα πρέπει να σημαίνει την πρακτική ευχέρεια των μελών και των οργανώσεων να συγκαλούν έκτακτα συνέδρια και συνδιασκέψεις όπου να γίνεται ο έλεγχος και να ασκείται το δικαίωμα στην ανάκληση, όποτε τα μέλη το κρίνουν απαραίτητο.
Συναφής είναι η ανάγκη εναλλαγής των προσώπων στις στελεχικές κομματικές θέσεις. Πρώτο, για να μη δημιουργούνται ανυπέρβλητες «αυθεντίες» και δεύτερο, γιατί το επαναστατικό κόμμα πρέπει να μεριμνά ώστε ολοένα και περισσότερα μέλη του να κατακτούν την επιστήμη και την τέχνη της πολιτικής.
Το έσχατο όριο του 10ου συνεδρίου
Στις παραπάνω θέσεις παρέμεινε ο Λένιν ακόμη και στις πλέον δύσκολες και οξείες εσωκομματικές συγκρούσεις στο 10ο συνέδριο το 1921 μέσα σε μια εξαιρετικά δύσκολη οικονομική και πολιτική κατάσταση της Σοβιετικής Ένωσης, που χαρακτηριζόταν από την ερήμωση μετά τον εμφύλιο και την ξένη επέμβαση αλλά και την ένοπλη εξέγερση ενάντια στη σοβιετική εξουσία[10]. Παρά το γεγονός ότι εισηγήθηκε κάποιες οριακές καταστατικές ρυθμίσεις, τις οποίες όμως ο ίδιος ονομάτισε «έσχατο μέτρο»[11], επέμεινε στις θεμελιώδεις αρχές του κόμματος.
Ποιες αρχές λειτουργίας του κόμματος επιβεβαιώθηκαν και στο 10ο συνέδριο; Επιβεβαιώθηκε η αρχή της εκλογής όλων των καθοδηγητικών στελεχών και επίσης η πλατιά δημοσιότητα και ελεύθερη ανταλλαγή των απόψεων εντός του κόμματος. Για το σκοπό αυτό εξάλλου το κόμμα, συνέχισε να πραγματοποιεί συνέδριο μια φορά το χρόνο (όπως προέβλεπε το καταστατικό του αλλά και η καθιερωμένη πρακτική) και μάλιστα σε πολύ δύσκολες συνθήκες πολέμου, οικονομικής καταστροφής κλπ[12].
Οι αποφάσεις του 10ου συνεδρίου όριζαν ότι η ανταλλαγή απόψεων και η δημοσίευση των διαφορετικών προσεγγίσεων έπρεπε να συνεχιστεί τόσο μέσα από τον κομματικό τύπο όσο και με ειδικές εκδόσεις: «Το συνέδριο αναθέτει στην ΚΕ του Κόμματος να εφαρμόσει με τον πιο αυστηρό τρόπο αυτές τις αποφάσεις και ταυτόχρονα τονίζει ότι σε ειδικές εκδόσεις, συλλογές κλπ. μπορεί και πρέπει να παραχωρηθεί θέση για μια πιο λεπτομερή ανταλλαγή γνωμών ανάμεσα στα μέλη του Κόμματος πάνω σε όλα τα ζητήματα που αναφέραμε»[13]. Προτάθηκε από τον Λένιν «να εκδίδεται πιο κανονικά το «Ντισκουσιόνι Λιστόκ» και ειδικές συλλογές»[14]. Μάλιστα, ο ίδιος πρότεινε να απορριφθεί τροπολογία που κατατέθηκε στο 10ο συνέδριο και η οποία περιόριζε την έκδοση τέτοιων εκδόσεων μόνο σε κεντρικό επίπεδο[15]. Μια ένδειξη ότι ήθελε η δημοκρατική συζήτηση να συνεχιστεί είναι και το γεγονός ότι το Μαϊο του 1921, δυο μήνες μετά το 10ο συνέδριο, συγκλήθηκε η 10η έκτακτη πανρωσική κομματική συνδιάσκεψη με κύριο θέμα συζήτησης την οικονομική πολιτική[16].
Ακόμη, ο Λένιν πρότεινε να απορριφθεί άλλη τροπολογία η οποία απαγόρευε οι εσωκομματικές εκλογές να γίνονται με βάση τις πλατφόρμες. «Και αν παρουσιαστεί ένα ζήτημα, λογουχάρη, σαν τη σύναψη της ειρήνης του Μπρεστ; Εγγυάστε ότι τέτοια ζητήματα δεν θα παρουσιαστούν;… Πιθανόν να υποχρεωθούμε τότε να εκλέγουμε με βάση τις πλατφόρμες… Αν όμως οι περιστάσεις προκαλέσουν ριζικές διαφωνίες, μπορεί τάχα να απαγορευτεί να τις παρουσιάσουμε στην κρίση όλου του Κόμματος; Δεν μπορεί!»[17]. Εξάλλου, η ίδια η προσυνεδριακή διαδικασία του 10ου συνεδρίου έγινε με τον τρόπο αυτό. Η κεντρική εφημερίδα του κόμματος είχε εκδώσει σε 250 χιλιάδες αντίτυπα τις θέσεις της «εργατικής αντιπολίτευσης» και με βάση τις παλτφόρμες έγιναν εκλογές για ανάδειξη αντιπροσώπων[18]. Δημοσίευε επίσης άρθρα των βασικών ηγετών του κόμματος οι οποίοι διατύπωναν τις πιο διαφορετικές προσεγγίσεις αλλά και άλλες ειδικές εκδόσεις[19].
Συνεπής στις θέσεις του ο Λένιν πρότεινε την εκλογή προσώπων που στήριζαν τις ομάδες της «εργατικής αντιπολίτευσης» και του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού» στην Κεντρική Επιτροπή του κόμματος. Αναφέρθηκε μάλιστα στο συνέδριο στις διαπραγματεύσεις που έγιναν με τις ομάδες αυτές προκειμένου να καταλήξουν σε συμφωνία. Όταν μάλιστα κάποιοι από αυτούς παραιτήθηκαν από τις θέσεις στις οποίες είχαν εκλεγεί, ο Λένιν πρότεινε στο συνέδριο ψήφισμα βάσει του οποίου δεν αποδεχόταν τις παραιτήσεις[20].
Σε τι συνίσταντο τα στοιχεία που μπορούσαν να αποδειχθούν προβληματικά στην απόφαση που εισηγήθηκε ο Λένιν στο 10ο συνέδριο; Το συνέδριο αποφάσισε τη διάλυση των φραξιών. Τι ήταν οι φράξιες κατά τον Λένιν; Ήταν «ομάδες με ιδιαίτερη πλατφόρμα και με την τάση να κλειστούν ως ένα βαθμό στον εαυτό τους και να δημιουργήσουν μια πειθαρχία της ομάδας τους»[21]. Με τον ορισμό αυτό δεν αναφερόταν στην ύπαρξη ιδεολογικο-πολιτικών τάσεων αλλά εκείνων των τάσεων που διαμόρφωναν δική τους ιδιαίτερη πειθαρχία.
Ανέφερε συγκεκριμένα ότι «τέτοια σημάδια φραξιονισμού παρουσιάστηκαν λ.χ. σε μια από τις κομματικές συνδιασκέψεις της Μόσχας (το Νοέμβρη του 1920) και του Χαρκόβου τόσο από την ομάδα της λεγόμενης «εργατικής αντιπολίτευσης», όσο εν μέρει και από την ομάδα του λεγόμενου «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού»»[22]. Η αναφορά στη συνδιάσκεψη της Μόσχας έχει ιδιαίτερη διευκρινιστική σημασία γιατί εκεί η συνδιάσκεψη χωρίστηκε σε δυο τμήματα που συνεδρίαζαν σε παραπλήσιες αίθουσες[23]. Από τη διατύπωση προκύπτει επίσης ότι δεν ταύτιζε τις ιδεολογικο-πολιτικές πλατφόρμες με τις οργανωμένες και με δική τους πειθαρχία ομάδες – φράξιες.
Η απόφαση που εισηγήθηκε ο Λένιν αφορούσε στην αυτοδιάλυση των οργανωμένων αυτών ομάδων. Είναι προφανές ότι η κατάσταση έτεινε να δημιουργήσει περισσότερα κόμματα σε συσκευασία ενός. Το επαναστατικό κόμμα έτεινε να γίνει ομοσπονδία κομμάτων. Αυτό είχε συνέπειες όχι μόνο στην αποτελεσματικότητα της παρέμβασής του αλλά και στη συνοχή του. Η διάσπαση ήταν προ των πυλών. Είχε επίσης επιπτώσεις στην ποιότητα της συζήτησης και της δημοκρατικής συμμετοχής των μελών. Το κλίμα πόλωσης αλλά και η πειθαρχία των διαφορετικών ομάδων έτειναν να εξαλείψουν τις αποχρώσεις και τον πλούτο των διαφορετικών προσεγγίσεων και αναλύσεων.
Ωστόσο, η απόφαση του 10ου συνεδρίου πήγαινε πέρα από το αυτονόητο, ειδικά για τις συνθήκες της στιγμής, μέτρο της διάλυσης των φραξιών. Έδινε έκτακτες εξουσίες σε ένα σώμα αποτελούμενο από τα μέλη της κεντρικής επιτροπής συν τα αναπληρωματικά μέλη συν τα μέλη της εξελεγκτικής επιτροπής, όλα με ίσο δικαίωμα ψήφου, ώστε να μπορούν να αποφασίζουν με αυξημένη βέβαια πλειοψηφία 2/3 την καθαίρεση έως και τη διαγραφή μέλους της κεντρικής επιτροπής που δεν υλοποιεί τις ανωτέρω αποφάσεις[24].
Το μέτρο αυτό υπερέβαινε τα εσκαμμένα. Στη λογική της οργάνωσης του επαναστατικού κόμματος η κεντρική επιτροπή εκλεγόταν από το συνέδριο και λογοδοτούσε το αργότερο κάθε χρόνο σε αυτό. Επομένως, η ανάκληση ενός μέλους της ή και η διαγραφή του από το κόμμα δεν μπορούσε παρά να είναι αρμοδιότητα του τακτικού ή έκτακτου συνεδρίου. Με την απόφαση αυτή καμπτόταν η θεμελιώδης αυτή αρχή. Ο Λένιν το παραδέχτηκε αυτό και για τούτο τόνισε ότι «το Κόμμα μας ποτέ και πουθενά δεν παραδέχτηκε τίποτε παρόμοιο, δηλ. να έχει η ΚΕ τέτοιο δικαίωμα απέναντι σε μέλος της. Είναι ένα έσχατο μέτρο, που παίρνεται ειδικά από την επίγνωση της κατάστασης… Αυτό είναι το έσχατο μέτρο. Ελπίζω ότι δεν θα το εφαρμόσουμε»[25]. Για τους λόγους αυτούς το έσχατο αυτό μέτρο δεν δημοσιοποιήθηκε. Αυτό έγινε τρία χρόνια αργότερα, τον Ιανουάριο του 1924 με πρόταση του Στάλιν, και αποτέλεσε το βήμα της μονιμοποίησης και επέκτασής του[26].
Στα επόμενα χρόνια, οι κεντρικές επιτροπές των κομμουνιστικών κομμάτων απέκτησαν καταστατικά το δικαίωμα να διαγράφουν μέλη τους και μάλιστα με απλή, και όχι αυξημένη, πλειοψηφία όπως και να προσλαμβάνουν στη σύνθεσή τους μέλη με ίσα δικαιώματα.
Η γραφειοκρατική στρέβλωση
Η ιστορική πορεία του κομμουνιστικού κόμματος στη Σοβιετική Ένωση αλλά, στον ένα ή άλλο βαθμό και των λοιπών κομμάτων της τρίτης διεθνούς έδειξε πως στην πράξη υπήρξε μια απομάκρυνση από το μοντέλο της επαναστατικής, δημοκρατικής οργάνωσης του κόμματος[27]. Η απομάκρυνση αυτή δεν αφορούσε όλα τα κόμματα με τον ίδιο τρόπο ούτε όλες τις ιστορικές περιόδους. Είχε ωστόσο κοινά χαρακτηριστικά και τάσεις.
Το μοντέλο λειτουργίας του κόμματος που επικράτησε ήταν πιο συγκεντρωτικό και από τις αποφάσεις του 10ου συνεδρίου του κομμουνιστικού κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης. Τα επαναστατικά κόμματα ξεπέρασαν το έσχατο όριο του 10ου συνεδρίου. Τόσο στα καταστατικά τους όσο και στην πράξη μετατοπίστηκαν σε μια μορφή δημοκρατίας πιο περιορισμένη. Πολύ συχνά ο συγκεντρωτισμός υπερίσχυε της δημοκρατίας. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη μετατόπιση έπαιξαν, ανάμεσα σε άλλα, οι ιδεολογικές και πολιτιστικές επιρροές της αστικής και μικροαστικής τάξης, οι σκληρές διώξεις των κομμουνιστών από την αστική τάξη, οι ιμπεριαλιστικές παρεμβάσεις και οι πόλεμοι που ωθούσαν αντικειμενικά σε ένα συγκεντρωτικό, μη δημοκρατικό μοντέλο λειτουργίας.
Σταδιακά περιορίστηκε η ιδεολογικο-πολιτική συζήτηση στο εσωτερικό του κόμματος. Υπήρξε μια διασταλτική ερμηνεία της έννοιας της οργανωμένης ομάδας – φράξιας που την ταύτισε με οποιαδήποτε ρεύμα σκέψης εμφανιζόταν και, καμιά φορά, με οποιαδήποτε μεμονωμένη άποψη που δεν συμβάδιζε με αυτές τις ηγετικής ομάδας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε καμιά δημοκρατία και καμιά συζήτηση στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης ή γενικότερα στα κομμουνιστικά κόμματα. Υπήρξαν περίοδοι και κόμματα όπου η κατάσταση ήταν καλύτερη και αλλού που η κατάσταση ήταν χειρότερη. Συνολικά, ωστόσο, η ποιότητα της δημοκρατίας δεν ανταποκρινόταν στον ιστορικό ρόλο του επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης.
Οι μορφές του φαινομένου
Ποιες είναι οι βασικές μορφές με τις οποίες εκφράστηκε το φαινόμενο; Παρατηρήθηκε υποβάθμιση του ρόλου των συνεδρίων και των συνδιασκέψεων. Αραίωσε και καταστατικά ο χρόνος σύγκλησής τους. Από ετήσια τα συνέδρια συνέρχονταν κάθε 4 χρόνια, τη στιγμή μάλιστα που τα μέσα επικοινωνίας και συγκοινωνίας εξελίσσονταν και διευκόλυναν τη συνάντηση ανθρώπων από απομακρυσμένα μέρη. Στην πράξη παραβιάστηκαν συχνά ακόμη και οι καταστατικές προβλέψεις για τακτική σύγκληση.
Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του κομμουνιστικού κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης. Τη δύσκολη προεπαναστατική και μετεπαναστατική περίοδο τα συνέδρια συγκαλούνταν κάθε χρόνο. Ενδιάμεσα συγκαλούνταν πανεθνικές συνδιασκέψεις, οι αντιπρόσωποι των οποίων επίσης εκλέγονταν. Διεξαγόταν έντονος διάλογος ανάμεσα στις διαφορετικές προσεγγίσεις. Από το 1925 και μετά τα συνέδρια αραίωσαν: τα επόμενα έγιναν το 1927, το 1930, το 1934, το 1939, το 1952. Ανάλογα συνέβη με τα συνέδρια της Κομμουνιστικής διεθνούς. Το πρώτο συνέδριο συγκλήθηκε το 1919, το δεύτερο το 1920, το τρίτο το 1921, το τέταρτο το 1922. Το πέμπτο όμως συγκλήθηκε το 1924, το έκτο το 1928 και το έβδομο το 1935[28].
Από την άλλη οι ηγεσίες των κομμάτων είχαν συνήθως τη δυνατότητα να διαμορφώνουν τη σύνθεση των συνεδρίων και συνδιασκέψεων αφού καθόριζαν τον τρόπο εκλογής των αντιπροσώπων (εκλογικό σύστημα, προτάσεις υποψηφιοτήτων, κλίμα της σχετικής συζήτησης κλπ)[29].
Άλλες φορές οι αποφάσεις της ηγεσίας βρίσκονταν σε προφανή δυσαρμονία με την εκφρασμένη βούληση των μελών, όπως για παράδειγμα η απόφαση του πολιτικού γραφείου του ΚΚΕ να επικυρώσει τη συμφωνία του Λιβάνου. Τούτο έγινε παρά το γεγονός ότι η αντιπροσωπεία του κόμματος στο Λίβανο είχε παραβιάσει τις οδηγίες που είχε αλλά και παρά το γεγονός ότι οι κομματικές οργανώσεις είχαν έντονα ταχθεί ενάντια στην επικύρωσή της[30].
Η δυνατότητα ανάκλησης μελών της κεντρικής επιτροπής και των άλλων οργάνων που εκλέγονταν ανάμεσα στα συνέδρια και στις συνδιασκέψεις πρακτικά εκμηδενίστηκε. Δυνατότητα ανάκλησης σημαίνει ότι από τα κάτω τα μέλη μπορούν ανά πάσα στιγμή να συγκαλέσουν έκτακτες διαδικασίες με σκοπό την ανάκληση ενός, περισσότερων ή όλων των μελών ενός καθοδηγητικού οργάνου. Η έκτακτη σύγκληση συνεδρίων ή συνδιασκέψεων από τα κάτω παρέμεινε κατά κανόνα δικαίωμα στα χαρτιά. Ο έλεγχος προς την κεντρική επιτροπή και στα όργανα έγινε σε μεγάλο βαθμό τυπικός αφού τα μέλη συνήθως δεν είχαν την πληροφόρηση για τις διαφορετικές απόψεις, θέσεις ή και για τη στάση των μελών της, ώστε να κρίνουν με βάση όλα τα δεδομένα.
Η έννοια της φράξιας διευρύνθηκε τόσο πολύ ώστε να ταυτιστεί συχνά με τις διαφορετικές απόψεις ή ρεύματα απόψεων. Υπήρξε συχνά επιλεκτική ερμηνεία και εφαρμογή ανάλογα με τις επιδιώξεις της ηγεσίας ή μέρους της ηγεσίας. Τα μέλη των κομμάτων δεν είχαν το σύνολο των δεδομένων για να κρίνουν σχετικά.
Η κεντρική επιτροπή ανέλαβε περισσότερες εξουσίες και αρμοδιότητες. Γενικότερα η εξουσία εντός του κόμματος γλίστρησε προς την κεντρική επιτροπή και στη συνέχεια από αυτήν προς το πολιτικό γραφείο και προς το γραμματέα. Για παράδειγμα, θεωρήθηκε λογικό να προβαίνει ο γραμματέας της κεντρικής επιτροπής σε αυθεντική ερμηνεία του προγράμματος του κόμματος και να αλλάζει συχνά το περιεχόμενό του, σε πλήρη αντίθεση με τη λενινιστική θέση ότι μόνο το συνέδριο μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο[31]. Στην πράξη, η κεντρική επιτροπή (ή μόνο το πολιτικό γραφείο, ή κάποια πλειοψηφία του ή μόνο ο γραμματέας) είχαν τη δυνατότητα να διαγράφουν από την κεντρική επιτροπή, να διορίζουν νέα μέλη ή ακόμη και να διαμορφώνουν τους όρους στα συνέδρια ώστε να εκλεγεί η δική τους πρόταση για τη νέα κεντρική επιτροπή.
Η ιδεολογικο-πολιτική συζήτηση στα ηγετικά όργανα αλλά και συνολικά στο κόμμα έπαψε σε ένα βαθμό να γίνεται με ανοιχτούς όρους. Η αλλαγή πολιτικής γραμμής γινόταν συχνά με τη μέθοδο της διολίσθησης. Το κομματικό δυναμικό χειραγωγούνταν με αυτόν τον τρόπο σε μια νέα πολιτική θέση αντί να γίνει ανοιχτή συζήτηση και αντίκρουση των παλαιών και νέων θέσεων[32] ή αντί να γίνει ανοιχτή παραδοχή μιας προηγούμενης λαθεμένης επιλογής[33].
Οι βασικές αιτίες
Οι βασικότερες αιτίες εμφάνισης και εδραίωσης των φαινομένων αυτών πρέπει να αναζητηθούν στην ίδια την κοινωνική πραγματικότητα: στις καπιταλιστικές κοινωνικο-οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές συνθήκες, στην κληρονομιά ταξικών κοινωνιών υποδούλωσης των ανθρώπων και κυριαρχίας του ιδεαλισμού και της αμάθειας. Παράλληλα, ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας, που χαρακτηρίζει και το καπιταλιστικό σύστημα αποτελεί το αντικειμενικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο αναπτύσσεται η τάση απομάκρυνσης των αντιπροσώπων από τους αντιπροσωπευόμενους, της ηγεσίας από τη βάση.
Ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας είναι η αιτία που η πολιτική, η διαχείριση των κοινών αποτελεί μια ξεχωριστή δραστηριότητα. Αυτό αναγκαστικά ισχύει και για την εργατική τάξη και το επαναστατικό κόμμα της. Ο καταμερισμός είναι αποτέλεσμα της ανάγκης αφού όλοι οι άνθρωποι δεν έχουν το χρόνο, τα μέσα, το επίπεδο γνώσεων και συνείδησης για να συμμετέχουν ολοκληρωτικά στην (επαναστατική) πολιτική. Εκ των πραγμάτων αναπτύσσεται η τάση διαχωρισμού των επαγγελματικά ή με συστηματικό τρόπο ασχολούμενων με την πολιτική από τους υπόλοιπους που ασχολούνται περιστασιακά. Δεν πρόκειται για ζήτημα κακόβουλων προθέσεων (μπορεί να είναι και τέτοιο) αλλά για αντικειμενικό δεδομένο.
Το αντικειμενικό αυτό δεδομένο εξακολουθεί να υπάρχει και στη σοσιαλιστική κοινωνία, αν και βέβαια εκεί διαμορφώνονται πολύ καλύτεροι όροι για τη συμμετοχή του λαού και των κομματικών μελών στην πολιτική. Ο καταμερισμός της εργασίας είναι όμως ακόμη αναγκαίος, ή για την ακρίβεια, δεν μπορεί ακόμη να ξεπεραστεί. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο σε ένα προχωρημένο στάδιο ανάπτυξης της κοινωνίας που γενικότερα ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας θα μπορεί να ξεπεραστεί, δηλαδή σε εκείνο το στάδιο που οι κλασικοί του μαρξισμού ονόμασαν κομμουνισμό.
Το ζητούμενο για το επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης είναι να λαμβάνει διαρκώς όλα εκείνα τα αναγκαία μέτρα που, παίρνοντας υπόψη τον καταμερισμό εργασίας, θα τείνουν να ξεπεράσουν τα προβλήματα που ανακύπτουν από αυτόν. Κι αυτό γιατί η επιδίωξη είναι η εργατική τάξη και πρωτίστως το πιο συνειδητοποιημένο τμήμα της να κατακτά, μέρα με τη μέρα, πιο συνειδητή και ουσιαστική συμμετοχή στην κοινωνική αλλαγή.
Από την αντικειμενική πραγματικότητα που προαναφέρθηκε προκύπτουν διαφοροποιήσεις υποκειμενικές. Ακόμη και τα μέλη ενός κόμματος χαρακτηρίζονται από διαφορετική ταξική και κοινωνική θέση αλλά και από πολύ διαφορετικό επίπεδο συνείδησης, γνώσης και πολιτισμού. Έτσι, ούτε μπορούν ούτε θέλουν όλοι να διαχειριστούν τα προβλήματα της επαναστατικής πολιτικής. Εκ των πραγμάτων τα πρόσωπα που απαρτίζουν την ηγεσία ενός κόμματος συγκεντρώνουν περαιτέρω εμπειρία, γνώση, πληροφόρηση. Το γεγονός αυτό μεγαλώνει την απόσταση από τα λοιπά μέλη του κόμματος. Πρέπει γι’ αυτό να καταβάλλεται συστηματική προσπάθεια ώστε να μειώνεται η απόσταση αυτή και να αποκτούν τα μέλη τις ικανότητες εκείνες που θα τους επιτρέπουν να ανεβάζουν το επίπεδο συνείδησης και συμμετοχής.
Καρπός αυτής της αντικειμενικής απόστασης είναι η άποψη που συχνά υφέρπει ή καμιά φορά υιοθετείται και ανοιχτά ότι «η ηγεσία ξέρει καλύτερα». Η αντίληψη αυτή εμφανίζεται και στους «πάνω» και στους «κάτω». Από εδώ προκύπτει η τάση ανάθεσης επίλυσης των σημαντικών πολιτικών προβλημάτων στην ηγεσία ή η τυφλή εμπιστοσύνη που αναπτύσσεται ενίοτε ότι οι λύσεις που αυτή προτείνει είναι οπωσδήποτε οι ορθότερες. Από εδώ πηγάζει και η δυσπιστία της ηγεσίας προς τα μέλη, ο φόβος της να τους εμπιστευθεί τις διαφορετικές προσεγγίσεις, τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της ή άλλη σημαντική πληροφόρηση.
Πράγματι, η ηγεσία μπορεί να έχει κατά κανόνα υψηλότερο επίπεδο γνώσης, πληροφόρησης, δράσης. Όμως όλα αυτά είναι ατελή και χρειάζεται να μπολιάζονται με τη γνώση, την εμπειρία και την δραστηριότητα όσο το δυνατό περισσότερων ανθρώπων. Μόνο έτσι η επιστημονική ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης μπορεί να βρεθεί εγγύτερα στην αλήθεια. Αλλά ακόμη και αν δεν χρειάζονταν η εμπειρία των πολλών, πάλι θα έπρεπε οι τελευταίοι να γίνονται συμμέτοχοι στις αναλύσεις και αποφάσεις προκειμένου να εκπαιδεύονται στην επιστήμη και τέχνη της επαναστατικής πολιτικής, να ανεβαίνει έτσι το επίπεδο συνείδησής τους και να καθίστανται ολοένα και ικανότεροι να ασκούν πολιτική και να τείνουν να υπερβούν την απόσταση ηγεσίας και βάσης.
Η ιδιαίτερη θέση της ηγεσίας μπορεί πάντοτε να ωθεί στη συνειδητή ή και μη συνειδητή υπεράσπιση του ιδιαίτερου κύρους της, των μικροσυμφερόντων της, της ιδιαίτερης κοινωνικής της θέσης. Ενίοτε, σε συνθήκες πολιτικής ομαλότητας και κοινοβουλευτισμού ενδέχεται τα συμφέροντα αυτά να είναι μεγαλύτερης κλίμακας, όπως για παράδειγμα συνέβη με το Ιταλικό ΚΚ το οποίο παρείχε στους βουλευτές και άλλους εκλεγμένους σε δημόσιες θέσεις τα προνόμια που απέρρεαν από τη θέση τους αυτή. Ακόμη και στα πρώην σοσιαλιστικά κράτη παρατηρήθηκε το φαινόμενο αυτό, όπου τα κομματικά – κρατικά στελέχη απολάμβαναν ιδιαίτερα υψηλών μισθών και άλλων προνομίων[34].
Στα προηγούμενα πρέπει να συνυπολογιστούν η επίδραση της αστικής και μικροαστικής ιδεολογίας και ηθικής. Αυτές είναι αντικειμενικά παρούσες. Κανένας επαναστάτης, και ο πιο πρωτοπόρος, δεν μπορεί να είναι πλήρως απαλλαγμένος από αυτές. Η αντίθετη προσέγγιση είναι ιδεαλιστική.
Επίσης, στην κατεύθυνση απομάκρυνσης από το επαναστατικό δημοκρατικό μοντέλο επέδρασαν οι συνθήκες παρανομίας, πολέμων και ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων που καθιστούσαν εκ των πραγμάτων αναγκαίες μικρότερες ή μεγαλύτερες αποκλίσεις από το πρότυπο αυτό.
Ως αποτέλεσμα, παρατηρήθηκε στα επαναστατικά κόμματα της εργατικής τάξης μια μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδυνάμωση της δημοκρατίας, του ρόλου των μελών, μια μετατόπιση από το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό στο γραφειοκρατικό συγκεντρωτισμό. Η δημοκρατία στα κόμματα αυτά άρχισε να μοιάζει με μια παραλλαγή της τυπικής, αστικής δημοκρατίας. Ακόμη σημειώθηκαν φαινόμενα υπερτίμησης του ρόλου του ηγέτη ή των ηγετών αλλά και αρχηγισμού, παραγοντισμού και προσωπολατρείας, όπως περίπου στα αστικά και μικροαστικά κόμματα. Σημειώθηκαν φαινόμενα μυστικού φραξιονισμού όταν κλίκες της ηγεσίας διαμόρφωναν τους όρους για τον έλεγχο των κομμάτων από τη δική τους αφανή και με δική της πειθαρχία ομάδα.
Σωστές και λαθεμένες λύσεις
Στα προβλήματα αυτά επιχειρήθηκε να δοθούν διάφορες απαντήσεις σε λαθεμένη κατεύθυνση: στην αποδυνάμωση της επαναστατικής δημοκρατίας προτεινόταν η χαλάρωση έως κατάργηση της ενότητας δράσης του κόμματος, της πειθαρχίας, της μη υποταγής της μειοψηφίας στην πλειοψηφία, η αποδοχή φραξιονιστικών ομάδων με τη δική τους πειθαρχία[35].
Η χαλάρωση ή και κατάργηση της ενότητας δράσης ενός επαναστατικού κόμματος (ή οποιουδήποτε κόμματος) σημαίνει στην πραγματικότητα υπονόμευση της ύπαρξής του. Δεν μπορεί να είναι η λύση στο πρόβλημα της δημοκρατίας. Αντίθετα, η ύπαρξη και δράση ενός επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης πρέπει να σημαίνει μια διαρκή προσπάθεια εφαρμογής των επαναστατικών δημοκρατικών αρχών τύπου Παρισινής Κομμούνας, χωρίς βέβαια να αμφισβητείται η ενότητα δράσης. Όσο πιο ουσιαστική είναι η δημοκρατία, τόσο πιο συνειδητή και αποτελεσματική είναι η πειθαρχία και η ενότητα δράσης.
Η εφαρμογή των αρχών αυτών βρίσκει διαρκώς εμπόδια στις καπιταλιστικές κοινωνικο-οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές συνθήκες, στην κληρονομιά ταξικών κοινωνιών υποδούλωσης των ανθρώπων και κυριαρχίας του ιδεαλισμού και της αμάθειας αλλά και στον ίδιο τον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας που συνέχεια θα υπονομεύουν το εγχείρημα αυτό. Πρόκειται για μια εξαιρετικά δύσκολη αλλά αναγκαία προσπάθεια. Ο στόχος πρέπει να είναι τα μέλη ενός τέτοιου κόμματος να γίνονται ολοένα και περισσότερο, ολοένα και πιο ουσιαστικοί συμμέτοχοι στη χάραξη και εφαρμογή της επαναστατικής πολιτικής. Πρέπει να λαμβάνονται μέτρα που να εξουδετερώνουν την τάση ανάθεσης στην όποια ηγεσία[36].
Η αλλαγή της κοινωνίας και μάλιστα εκ βάθρων προϋποθέτει τη συνειδητή συμμετοχή του λαού. Σε πρώτο επίπεδο προϋποθέτει τη συνειδητή συμμετοχή των μελών του επαναστατικού κόμματος. Η επιβολή της βούλησης ακόμη και των πιο φωτισμένων ηγετών και ηγεσιών οδηγεί με βεβαιότητα στην υπονόμευση και στην καταστροφή της επαναστατικής προσπάθειας. Όταν μια λύση δεν είναι ώριμη, δεν μπορεί να εκβιάζεται. Τα βήματα προόδου δεν μπορούν να βασίζονται στον εξαναγκασμό, στην εξαπάτηση, στις πολιτικές ίντριγκες, στις αφανείς συναλλαγές. Τα μέσα αυτά χαρακτηρίζουν την αστική και μικροαστική πολιτική. Δεν πρέπει και δεν μπορεί να σημαδεύουν τα επαναστατικά εργατικά κόμματα, αν και σε ένα βαθμό μια τέτοια αρνητική επίδραση είναι αναπόφευκτη. Σε αντίθεση με τέτοιες πρακτικές ο Λένιν διατύπωνε πάντοτε με ειλικρίνεια και καθαρότητα τις θέσεις του[37].
Προέτρεπε επίσης τους ηγέτες του κόμματος να συμπεριφέρονται να ενεργούν με πραότητα και νηφαλιότητα στις εσωκομματικές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις[38]. Η αγένεια, η έλλειψη συντροφικότητας, η υπερβολική αυτοπεποίθηση, το μένος, οι διοικητικοί και αυταρχικοί τρόποι είναι στοιχεία που δεν ταιριάζουν στις λειτουργίες ενός επαναστατικού κόμματος. Πρέπει να καταπολεμιούνται και να αποφεύγονται. Είναι χαρακτηριστικές οι σχετικές κρίσεις του Λένιν για τον Στάλιν, τον Τρότσκι και τον Πιατακόφ[39].
Οι μικροαστικές επιδράσεις βέβαια θα είναι πάντοτε παρούσες, ακόμη και στις συνθήκες μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας. Το ζητούμενο για ένα επαναστατικό κόμμα είναι να διαφυλάξει, μέσω της εφαρμογής των επαναστατικών δημοκρατικών αρχών τύπου Παρισινής Κομμούνας, τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του και να μην επιτρέψει οι μικροαστικές επιδράσεις να γίνουν κυρίαρχες αλλά αντίθετα να προσελκύει ολοένα και περισσότερους στην ουσιαστική διαχείριση των πολιτικών πραγμάτων.
Μόνο έτσι μπορεί να διαφυλάξει τον επαναστατικό, εργατικό χαρακτήρα του και μόνο έτσι μπορεί να επιδράσει -ως πρωτοπόρος καθοδηγητική δύναμη της κοινωνίας- ώστε α. στις συνθήκες του καπιταλισμού να προάγει τη συνείδηση της εργατικής τάξης, να την προετοιμάζει έμπρακτα για τη χειραφέτησή της και β. στις μετεπαναστατικές συνθήκες να συνεχίσει το έργο αυτό, να διαφυλάξει και προάγει τον εργατικό, σοσιαλιστικό χαρακτήρα του κράτους, να προσελκύει ολοένα περισσότερους εργαζόμενους, ολοένα με πιο ποιοτικό και ουσιαστικό τρόπο, στη διαχείριση των υποθέσεών τους[40].
Η ιστορική εμπειρία του 20ού αιώνα έδειξε ότι η σταδιακή αποδυνάμωση της δημοκρατίας στα σοσιαλιστικά κράτη συνέβαλε στη γραφειοκρατική τους εκτροπή. Τα φαινόμενα αυτά οδήγησαν τελικά στον εκφυλισμό του επαναστατικού εγχειρήματος και στην καπιταλιστική παλινόρθωση. Μόνο αν το κόμμα της εργατικής τάξης διατηρήσει και αναπτύξει παραπέρα την επαναστατική, δημοκρατική, εργατική του φυσιογνωμία μπορεί να αποτρέψει τέτοιες αρνητικές εξελίξεις. Για την αναγέννηση, επομένως, της προσπάθειας απελευθέρωσης της εργατικής τάξης και των εργαζομένων από την εκμετάλλευση και την καταπίεση απαιτείται επιστροφή στον λενινισμό, στις αρχές της Παρισινής Κομμούνας, αποκάθαρση από τη γραφειοκρατική – μικροαστική σκουριά. Τιτάνιο ή μάλλον σισύφειο καθήκον. Και όμως, γνήσια ανθρώπινο και ωραίο.
[1] Βλ. Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2000 και Β.Ι.Λένιν, «Κράτος και επανάσταση», Άπαντα, τ. 33, ιδίως σελ. 75 επ. και του ίδιου, «Για τους μισθούς των ανώτατων δημόσιων και ιδιωτικών υπαλλήλων», Άπαντα, τ. 35, σελ. 105 και του ίδιου, «Εισήγηση για το δικαίωμα ανάκλησης στη συνεδρίαση της ΠΚΕΕ, 21 του Νοέμβρη 1917», Άπαντα, τ. 35, σελ. 109-111 και Γ. Ρούσης, Ο Λένιν για τη γραφειοκρατία, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1985, ιδίως σελ. 123 επ.
[2] Βλ. ήδη το καταστατικό της Α’ Διεθνούς και ιδίως τα άρθρα 3, 4 και 12, Κ. Μαρξ, «Γενικό καταστατικό της Διεθνούς Ένωσης των εργατών», στο Κ. Μαρξ – Φ. Ένγκελς, Διαλεχτά έργα, τ. 1, εκδ. της ΚΕ του ΚΚΕ, χ.χρ., σελ. 452 επ.
[3] Βλ. τη συλλογή Β.Ι.Λένιν, Για το προλεταριακό κόμμα νέου τύπου, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1976 αλλά και τις ενστάσεις της Ρ. Λούξεμπουργκ, Σοσιαλισμός και δημοκρατία, Αθήνα, εκδ. Κοροντζή, χ.χρ.
[4] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Γράμμα σε σύντροφο για τα οργανωτικά μας καθήκοντα», Άπαντα, τ. 7, σελ. 11, όπου διακρίνεται η μέριμνα του Λένιν να λαμβάνονται υπόψη οι γνώμες όλων των μελών του κόμματος ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες της παρανομίας.
[5] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Τι να κάνουμε», Άπαντα, τ. 6, σελ. 140-141.
[6] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Γράμμα προς τη σύνταξη της Ίσκρα», Άπαντα, τ. 8, σελ. 94-96.
[7] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Η σοσιαλδημοκρατία και οι εκλογές στην Πετρούπολη», Άπαντα, τ. 14, σελ. 263-264, 269.
[8] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Τι επιδιώκουμε;», Άπαντα, τ. 9, σελ. 10 και του ίδιου, «Ανακοίνωση για το ΙΙΙ συνέδριο του ΣΔΕΚΡ», Άπαντα, τ. 10, σελ. 208-209 όπου κάνει λόγο για «ανάγκη να εξασφαλιστούν καταστατικά τα δικαιώματα κάθε μειοψηφίας», «εγγυήσεις των δικαιωμάτων κάθε μειοψηφίας».
[9] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Έκκληση στο κόμμα των αντιπροσώπων του ενωτικού συνεδρίου που ανήκαν στην πρώην ομάδα των μπολσεβίκων», Άπαντα, τ. 12, σελ. 397-398.
[10] Βλ. Ε. Καρρ, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης, Αθήνα, εκδ. Υποδομή, 1977, τ. 1, σελ. 267.
[11] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ συνέδριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπαντα, τ. 43, σελ. 92, 108.
[12] Βλ. Ε. Καρρ, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης, οπ.π., σελ. 256.
[13] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ συνέδριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπαντα, τ. 43, σελ. 97.
[14] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ συνέδριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπαντα, τ. 43, σελ. 91.
[15] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ συνέδριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπαντα, τ. 43, σελ. 115.
[16] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Χ Πανρωσική συνδιάσκεψη του ΚΚΡ (μπ)», Άπαντα, τ. 43, σελ. 295 επ.
[17] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ συνέδριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπαντα, τ. 43, σελ. 112.
[18] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ συνέδριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπαντα, τ. 43, σελ. 105-106.
[19] Βλ. Ε. Καρρ, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης, οπ.π., σελ. 264.
[20] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ συνέδριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπαντα, τ. 43, σελ. 108, 111.
[21] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ συνέδριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπαντα, τ. 43, σελ. 89.
[22] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ συνέδριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπαντα, τ. 43, σελ. 89.
[23] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Λόγος στη σύσκεψη των κομματικών στελεχών της πόλης Μόσχας. 24 του Φλεβάρη 1921», Άπαντα, τ. 42, σελ. 350.
[24] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ συνέδριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπαντα, τ. 43, σελ. 92.
[25] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ συνέδριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπαντα, τ. 43, σελ. 109. Βλ. και Τζ. Προκάτσι, Το κομμουνιστικό κόμμα στη Σοβιετική Ένωση 1917-1945, Αθήνα, εκδ. Οδυσσέας, 1975, σελ. 55 επ.
[26] Βλ. Ε. Καρρ, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης, οπ.π., σελ. 269 υποσημ. 33.
[27] Βλ. Σ. Μπετελέμ, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ, τ. 1 (1917-1923), Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 1974, σελ. 288 επ., 298 επ., 395 και A. di Bagio, Democrazia e centralismo, Milano, 1978, σελ. 23, 25.
[28] Βλ. Β. Λιόσης, Τα κοινωνικοπολιτικά μέτωπα στην Τρίτη Κομμουνιστική Διεθνή, Αθήνα, εκδ. ΚΨΜ, 2014, σελ. 336 επ.
[29] Βλ. για παράδειγμα το καταστατικό του ΚΚ Σοβιετικής Ένωσης, Statuts du Parti Communiste de l’ Union Soviétique, Moscou, éd. Agence de presse Novosti, 1986, σελ. 15.
[30] Βλ. Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, Α’ τόμος 1918-1949, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή1995, σελ. 467.
[31] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ συνέδριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπαντα, τ. 43, σελ. 103.
[32] Βλ. για παράδειγμα Β. Λιόσης, Ιμπεριαλισμός και εξάρτηση, Αθήνα, εκδ. ΚΨΜ, 2012, σελ. 242 επ.
[33] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Ο αριστερισμός, παιδική αρρώστια του κομμουνισμού», Άπαντα, τ. 41, σελ. 41 όπου κάνει λόγο για την ανάγκη ανοιχτής αναγνώρισης των λαθών.
[34] Βλ. Ε. Μαντέλ, Εξουσία και χρήμα (μαρξιστική θεωρία της γραφειοκρατίας), Αθήνα, εκδ. Πρωτοποριακή βιβλιοθήκη, 1994, σελ. 112 επ. και Μ. Μάρκοβιτς, Αυτοδιαχείριση, Αθήνα, εκδ. Επίκουρος, 1975, σελ. 51 και Α. Βλάχου – Π. Μαυροκέφαλος, Ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της Κίνας, Αθήνα, εκδ. Ίδρυμα Μεσογειακών Μελετών, 1989, σελ. 169-170 και P. Trolliet, La Chine et son économie, Paris, Armand Colin, 1981, σελ. 264 και P. Rousset, Le parti communiste vietnamien, Paris, Maspero, 1975, σελ. 336, 338
[35] Βλ. ενδεικτικά τέτοιες προσεγγίσεις σε Ε. Φίσερ, Η επανάσταση είναι αλλιώς, Αθήνα, εκδ. Γλάρος, 1975, σελ. 52 και Δ. Κατσορίδας, «Η άποψη του Λένιν για την οικοδόμηση του κόμματος νέου τύπου», Θέσεις, τευχ. 90, 2005.
[36] Βλ. Μ. Σπουρδαλάκης, Για τη θεωρία και τη μελέτη των πολιτικών κομμάτων, Αθήνα, εκδ. Εξάντας, 1990, 172 επ.
[37] Βλ. για παράδειγμα Β.Ι.Λένιν, «Γράμμα προς τα μέλη της ΚΕ», Άπαντα, τ. 8, σελ. 496 όπου υπογραμμίζει πως «όσο ήμουν στο Συμβούλιο δεν μπορούσα να μη ψηφίζω σύμφωνα με τις πεποιθήσεις μου».
[38] Βλ. ενδεικτικά Β.Ι.Λένιν, «Γράμμα προς τη σύνταξη της Ίσκρα», Άπαντα, τ. 8, σελ. 93.
[39] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Γράμμα προς το Συνέδριο», Άπαντα, τ. 45, σελ. 345-346.
[40] Βλ. ενδεικτικούς προβληματισμούς J.-C. Guanche, “La participación ciudadana en el Estado cubano”, Temas, no 70, 2012, σελ. 69 επ. και O. W. Naranjo Saavedra – R. Silva Zaldivar, “La participación ciudadana en el estado cubano según Guanche”, Revista Caribeña de Ciencias Sociales, sept 2013, http://caribena.eumed.net.
*επ. καθηγητή θεωρίας κράτους και δικαίου, Πάντειο Πανεπιστήμιο
(Υπό δημοσίευση στο περ. Μαρξιστική Σκέψη)
Πηγή:kordatos.org

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

Στο μυαλό της Μάινχοφ

Κατερίνα Γκαράνη





Λίγο-πολύ η ιστορία των Μπάαντερ-Μάινχοφ και της "RAF" (Rote Armee Fraction -Τμήμα του Κόκκινου Στρατού)  είναι γνωστή. Η δράση της RAF την δεκαετία του '70 στην  Γερμανία χαρακτηρίστηκε από την εξουσία ως τρομοκρατική, ενώ για την "Γενιά της Επανάστασης" σε όλο τον κόσμο, ως σύμβολο αντίστασης ενάντια στην κρατική βία και στην ιμπεριαλιστική πολιτική των ΗΠΑ που είχαν ως σταθερή σύμμαχο στα πολεμικά τους σχέδια την Δυτική Γερμανία.

Μέχρι σήμερα είναι πολλοί αυτοί που ασχολήθηκαν αποκλειστικά με το φαινόμενο της Ουλρίκε Μάινχοφ. Μιας κυρίας της δημοσιογραφίας, μιας καθηγήτριας πανεπιστημίου, μιας συζύγου εκδότη και μητέρας δύο κοριτσιών, που ξαφνικά στην τέταρτη δεκαετία της ζωής της παράλληλα με την πένα, πήρε το όπλο. Τι κατάλαβε η Μάινχοφ παρακολουθώντας ως δημοσιογράφος την πολιτική της χώρας της και το επικοινωνιακό παιχνίδι που στηνόταν από την εξουσία σε παγκόσμιο επίπεδο μετατρέποντάς την από απλή ιδεαλίστρια σε στρατιώτη; Τι ήταν αυτό που είδε να αρχίζει από την πατρίδα της και να εξαπλώνεται σε όλη την Ευρώπη;

Η πένα για όπλο
Η Ουλρίκε γεννήθηκε το 1934, εποχές που ο ναζισμός ισχυροποιούνταν στην πατρίδα της. Πέντε χρονών χάνει τον πατέρα της και στα 14 της, πεθαίνει  η μητέρα της. Μέχρι την εφηβεία της έζησε την άνοδο και κάθοδο του ναζισμού και τον θάνατο των γονιών της. Την κηδεμονία της την πήρε η Ρενάτε Ρίμεκ, φίλη της μητέρας της με έντονη πολιτική δραστηριότητα τόσο στο ναζιστικό κόμμα το 1941, όσο και στο σοσιαλδημοκρατικό το 1946.

Ως ταλαντούχα φοιτήτρια πήρε υποτροφία για σπουδές Κοινωνιολογίας, Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής από το Ίδρυμα Μελέτης του Γερμανικού Λαού. Προσχώρησε στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και μετέπειτα στο κομουνιστικό κόμμα, που το 1956 απαγορεύτηκε από το Ομοσπονδιακό Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο.

Ως φοιτήτρια αρθρογραφούσε σε εφημερίδες του φοιτητικού αριστερού κινήματος, αλλά η δημοσιογραφική της δραστηριότητα ξεκίνησε το 1959 στο αριστερό περιοδικό "Konkret" ("Σκυρόδεμα") στο οποίο μέσα σε ένα χρόνο κατάφερε να γίνει προϊστάμενος συντάκτης. Συμμετείχε ενεργά σε διαδηλώσεις και δημόσιες διαμαρτυρίες εναντίον της κρατικής βίας και εναντίον των πολέμων των ΗΠΑ σε Βιετνάμ, Ινδονησία κ.λπ γράφοντας παράλληλα ως ρεπόρτερ και αναλύτρια. Αυτό την έκανε συμβολική μορφή της γερμανικής αριστεράς.

Το 1961 παντρεύεται τον εκδότη του "Konkret" και αποκτά τις δίδυμες κόρες της, Ρεγγίνε και Μπετίνα. Η ζωή της κυλούσε όπως κάθε "φυσιολογικού" ανθρώπου που έχει πολιτική άποψη αλλά δεν παύει να είναι άνθρωπος της "κοινωνίας". Σύμφωνα με τον σύζυγό της, στέλεχος του παράνομου κομμουνιστικού κόμματος, Κλάους Ράινελ Ρελ οι κοινωνικές επαφές τους με διανοούμενους της αριστεράς δεν ήταν κάτι που υπέβοσκε τρομοκρατία: "Συναντιόμαστε στις ιδιωτικές βίλες τους, γεμάτες από παλιά έπιπλα και αναμνήσεις από τον ισπανικό εμφύλιο και πίναμε την καλή τους βότκα και το ωραίο τους ουίσκι. Τσακωνόμαστε για το σταλινισμό και ενθουσιαζόμαστε μαζί τους για τον αληθινό κομμουνισμό που κάποτε θα θριάμβευε σε πείσμα των γραφειοκρατών. Αυτές τις επισκέψεις δεν τις καλόβλεπε το `κόμμα' μας, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, γιατί κι εκείνοι σύντροφοι ήταν."

"Τελειώσαν τα αστεία"
Η Άνοιξη του  1968 ήταν μία χρονιά αποφάσεων για την συνηθισμένη δυτικοευρωπαία Ουλρίκε. Πιάνει "στα πράσα" τον συζύγό της με την ερωμένη του και φεύγει από το σπίτι μαζί με τις κόρες της, ενώ ένα μήνα μετά, τον Απρίλιο του '68, η απόπειρα δολοφονίας κατά του συμβόλου του αριστερού φοιτητικού και εξωκοινοβουλευτικού κινήματος, Ρούντι Ντούτσκε, είναι η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι "αντιβίας" της 34χρονης μεσοαστής.

Η γραφή της Μάινχοφ παύει να οριοθετείται  από τον  ιδεαλισμό και να είναι καλυμμένη με την ασφάλεια της δημοσιογραφικής ταυτότητας. Σε απανωτά άρθρα της η Ουλρίκε τραβάει κόκκινη γραμμή με την κρατική εξουσία, η οποία μέσω της αστυνομίας καταστέλλει ακόμη και με σφαίρες την διαφορετική άποψη: "Τώρα που δείχθηκε ότι είναι διαθέσιμα και άλλα μέσα εκτός μονάχα από διαδηλώσεις, Springer-Hearings, διοργανώσεις διαμαρτυρίας, άλλα εκτός από αυτά που απέτυχαν αφού δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν την απόπειρα δολοφονίας κατά του Ρούντι Ντούτσκε, τώρα που έσπασαν τα δεσμά του ήθους και της αξιοπρέπειας, μπορεί και πρέπει συζητηθεί εκ νέου η βία και η αντιβία. (...) Η αντιβία διατρέχει τον κίνδυνο να γίνει βία, όπου η βιαιότητα της αστυνομίας καθορίζει το νόμο της δράσης, όπου η ανήμπορη οργή αντικαθιστά την ανώτερη φρόνηση, όπου η παραστρατιωτική ενέργεια της αστυνομίας απαντάται με παραστρατιωτικά μέσα".

Η αντι-βία είναι μία έκφραση που η Μάιχνοφ χρησιμοποιεί συχνά στα κείμενά της από το 1968 και μετά. Αρχίζει πλέον να ψάχνει αυτούς που μόνο με παραστρατιωτικά μέσα μπορούν να απαντήσουν στην ανεξέλεγκτη κρατική βία και την κυβερνητική προπαγάνδα των ΜΜΕ. Μία φράση γραμμένη τόσο απλά είναι η τελευταία της προειδοποίηση στην εξουσία πριν αφήσει την ήσυχη ασφαλή ζωή της για πάντα πίσω: "Τελειώσαν τα αστεία".


Το όπλο για πένα
Σε μια δημοσιογραφική της εργασία που αφορούσε στην πυρπόληση ενός πολυκαταστήματος, ως ένδειξη αντίδρασης κατά του καταναλωτισμού made in America, την στιγμή που το Βιετνάμ δεχόταν ναπάλμ, γνωρίζει τον Αντρέα Μπάαντερ και την σύντροφό του, Γκούντρουν Έσλιν.


Το 1970 η αστυνομία συλλαμβάνει τον Αντρέα Μπάαντερ για τρομοκρατική δράση και η Μάινχοφ αποφασίζει να βοηθήσει στην απόδραση του Μπάαντερ. Κανονίζει με τις αρχές μια δήθεν συνέντευξη με τον φυλακισμένο κατά την διάρκεια της οποίας οι σύντροφοί του με όπλα θα τον απελευθέρωναν. Ένας φύλακας τραυματίζεται και η Ουλρίκε αποφασίζει να ακολουθήσει τους "τρομοκράτες". Η Μάινχομ επίσημα από την γερμανική κυβέρνηση χαρακτηρίζεται στα 36 της χρόνια ως τρομοκράτης και καταζητείται. Είναι η επίσημη γέννηση της ομάδας "RAF" ή ως πιο γνωστή "Ομάδα Μπάαντερ και Μάινχοφ".

Η Ουρλίκε μπαίνει δυναμικά στον αγώνα εναντίον της εξουσίας και της φιλοαμερικανικής πολιτικής της Δυτικής Γερμανίας και μεταβαίνει με τους συντρόφους της στην Ιορδανία όπου εκπαιδεύονται ως στρατιώτες κάνοντας την θεωρία περί "παραστρατιωτικών μέσων", πραγματικότητα. Αποχαιρετά τις κόρες της, τις οποίες στέλνει στην Σικελία και επιστρέφει στην Γερμανία ξεκινώντας με τους παράνομους αριστερούς αντάρτικο πόλεων. Για την οικονομική ενίσχυση του αγώνα τους ληστεύουν τράπεζες ενώ εξαπολύουν βομβιστικές επιθέσεις  σε φιλοκυβερνητικές εφημερίδες αλλά και σε βάσεις και γραφεία του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ.


Τι είδε η Μάινχοφ;
Το ερώτημα όμως παραμένει. Τι διέκρινε το δημοσιογραφικό μάτι της Μάινχοφ και ο δρόμος για την ρήξη με την εξουσία ήταν για αυτή μονόδρομος;
Η Μάινχοφ μιλούσε μέσα από τις αναλύσεις της. Το 1968 στο "Konkret"με αφορμή μία τηλεοπτική εκπομπή της κρατικής τηλεόρασης η οποία ζητούσε από εκατομμύρια γερμανούς και αυστριακούς τηλεθεατές να "καρφώσουν" στην αστυνομία υπόπτους που εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εναντίον τους, η Ουλρίκε βγάζει στην επιφάνεια με μία συγκλονιστική ανάλυση αυτό που έστηνε επικοινωνιακά η εξουσία για να είναι όλα στα μέτρα που αυτή ήθελε.

Γράφει η Μάινχοφ:"Από την ομολογία του παρουσιαστή της εκπομπής, Τσίμερμαν, από εκείνα που είπε ο ίδιος στην επετειακή δέκατη εκπομπή του για το τι θέλει, για το ποια είναι κατά τη δική του αντίληψη η αντικειμενική λειτουργία τούτης της εκπομπής. Εδώ γίνονται πράγματα, είπε, εδώ συμβαίνει επιτέλους κάτι. Και ακόμη: Αν δεν καταφέρουμε να φρενάρουμε την όλο και μεγαλύτερη εγκληματικότητα, τότε υπάρχει ο κίνδυνος να εμφανιστεί και πάλι ένας ισχυρός άνδρας - όπως τότε".

Ο ισχυρός άνδρας που αναφέρεται η Μάιχνοφ δεν είναι άλλος από τον Χίτλερ. Και συνεχίζει
αναλύοντας την ψυχοσύνθεση των Γερμανών που προσελκύονται πάντα από κάποιον ισχυρό να τους φυλάει από τους "κακούς" ή να γίνουν οι ίδιοι ισχυροί ή αλλιώς μικροί  "αθώοι" Χίτλερ:
"Οι Γερμανοί βαρέθηκαν -όπως ξέρουμε- την πολιτική, μόνο ως εθνικοσοσιαλιστική μπορούν πλέον να φανταστούν την πολιτική στράτευση. Έρχεται, λοιπόν, ο κύριος Τσίμερμαν και τους λέει, πρέπει να βοηθήσετε στην καταπολέμηση της εγκληματικότητας, αλλιώς θα έρθει ένας νέος Χίτλερ και θα το κάνει εκείνος στη θέση σας. Με άλλα λόγια, ο Χίτλερ ήταν κι αυτός ένας διώκτης της εγκληματικότητας, βέβαια ξεπέρασε τα όρια, γι' αυτό κι εμείς θα προλάβουμε τον επόμενο και θα καθαρίσουμε μόνοι μας το κράτος, κάθε ένας από εμάς κι ένας ισχυρός άντρας. Έτσι θα διασωθεί και η αίσθηση του μεγαλείου που προσέφερε στους Γερμανούς ο Χίτλερ. (...)".


 Επίκαιρη 45 χρόνια μετά
Το ταλέντο της Μάινχοφ στην παρατήρηση και την γνώση της κοινωνίας που ζούσε αποδεικνύεται ακόμα και μετά από 45 χρόνια. Γνωρίζει ότι η επικοινωνία και οι ήπιοι φαινομενικά τρόποι τρομοκράτησης ενός λαού μέσω των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, μπορεί να κάνει τους λαούς συνεργούς σε έγκλημα παθιασμένους για το "καλό", που μόνο η εξουσία ξέρει να διαφυλάττει.

45 χρόνια μετά από αυτή την ανάλυσή της βλέπουμε και κάτι προφητικό. Οι σημερινοί πολιτικοί της γερμανοαμερικάνικης Ε.Ε έχουν στήσει ναζιστικά μορφώματα κάνοντάς τα το αντίπαλο δέος αν το "καλό" της δικής τους εξουσίας δεν υπερισχύσει. Αν όχι μαζί μας, τότε θα έρθει πάλι "ο ισχυρός άνδρας, όπως τότε". 

Επίσης, η Μάιχνοφ επιβεβαιώνει την δημοσιογραφική της διαχρονικότητα εφόσον όποιος σήμερα δεν είναι με την οικονομοπολιτική γραμμή της Ε.Ε, τότε είναι χαρακτηρισμένος ως "ευρωσκεπτικιστής" ή ως επικίνδυνο φαινόμενο για την πρόοδο και την ισορροπία των λαών της Ευρώπης.

Επισήμαινε το 1968 η Μάινχοφ: "Ξέρουμε ότι εμείς οι Γερμανοί έχουμε περισσότερες δυσκολίες από άλλους με την καταπιεσμένη μας επιθετικότητα, γιατί εκείνους που πρέπει να μισούμε, αυτούς που καταπιέζουν και καταπίεσαν την επιθετικότητά μας - προϊστάμενους, γονείς, αυτούς εκεί πάνω-. δεν επιτρέπεται να τους μισήσουμε. Μισήσαμε τους Εβραίους και τους κομμουνιστές. Με τους Εβραίους δεν γίνεται πια, με τους κομμουνιστές -όπως φαίνεται- δεν τραβάει και πολύ, με τους φοιτητές μάς το απαγορεύει η κατ' επίφασιν δημοκρατία. Ο  (παρουσιαστής) Τσίμερμαν μας προτείνει τους εγκληματίες. Τους αναγορεύει σε αποδιοπομπαίο τράγο της γερμανικής ιστορίας - γι' αυτό ήρθε ο Χίτλερ-, τους μετατρέπει σε αποδιοπομπαίο τράγο του παρόντος μας, εναντίον του οποίου μπορεί να εκλυθεί η πολιτική δυσφορία - έτσι, ώστε να μην έρθει κάποιος νέος Χίτλερ. " 


Η νεκρή πτέρυγα
Τόσο με την πένα της, όσο και με το όπλο της η Μάινχοφ είχε αποφασίσει η ίδια για το πού θα τελείωνε η πορεία που επέλεξε η ίδια. Ακόμα και οι πιο δικοί της άνθρωποι "εργαζόνταν" με την γερμανική κυβέρνηση για να την εξολοθρεύσουν. Ο πρώην σύζυγός της "κομουνιστής" Ρελ και η γυναίκα που την μεγάλωσε από τα 14 της, πρώην ναζίστρια Ρενάτε Ρήμεκ, συνεργαζόταν με την αντιτρομοκρατική (BKA) για την σύλληψη της Ουλρίκε. 
Στις 15 Ιουνίου του 1972 ένας δάσκαλος έκανε το καθήκον του και "κάρφωσε" τους "τρομοκράτες" που νοίκιαζαν το σπίτι του. Από τις 16 Ιουνίου του 1972 μέχρι τις 9 Μαΐου του 1976 η Μάινχοφ κρατούνταν απομονωμένη στα "Λευκά Κελιά" διαφόρων φυλακών της Γερμανίας. Στα 4 χρόνια πλήρους απομόνωσης έγραφε συνεχώς για την σκληρή φυλάκιση της αλλά και για τον αγώνα εναντίον της ύπνωσης της μάζας καθοδηγούμενη πλήρως από πολιτικές ολοκληρωτισμού και παιχνιδιών τρόμου. 

Στην "Επιστολή από τη νεκρή πτέρυγα" στέλνει εις το διηνεκές ένα μήνυμα στους λαούς της Ευρώπης:
"Κοιμήσου ήσυχα καλοζωισμένε και αποχαυνωμένε κόσμε της μεγάλης Γερμανίας. Και σεις από την υπόλοιπη Ευρώπη, οι υγιώς σκεπτόμενοι. Κοιμηθείτε ήσυχα σαν πεθαμένοι. Η κραυγή μου δεν θα σας ξυπνήσει. Δεν ξυπνούν ποτέ οι κάτοικοι ενός νεκροταφείου. Όσοι αγανακτήσουν θα ξεσηκωθούν, είμαι σίγουρη. Θα είναι εκείνοι που δουλεύουν ολημερίς, εκείνοι που τους σακατεύετε σωματικά για να μην μπορούν να σκεφτούν, όλοι οι μετανάστες: Τούρκοι, Ισπανοί, Έλληνες, Άραβες κι όλοι οι άλλοι εξαθλιωμένοι και προδομένοι της Ευρώπης και μαζί με αυτούς και οι γυναίκες που δέχτηκαν την καταπίεση, τον εξευτελισμό και την εκμετάλλευση.
Όλες αυτές θα μάθουν γιατί με κρατάτε εδώ μέσα και γιατί το κράτος σας θέλει να με δολοφονήσει σα μάγισσα του μεσαίωνα. Για σας, την εξουσία, υπάρχουν ακόμη και σήμερα μάγισσες που πρέπει να καθηλώνονται μπροστά στους αργαλειούς, στις μηχανές, στις πρέσες, τις γραμμές παραγωγής, μέσα στο θόρυβο και τις διαταγές. 
Και γκάπα γκουπ πρέσα, σφυρί, τρυπάνι, κινητήρας, καζάνια, φωνές και θόρυβος. Θόρυβος, φτάνει πια με τη σιωπή, πρέσα, σφυρί, τρυπάνι, καζάνια, αέριο και θόρυβο. Το αέριο, βγαίνει αέριο, εμετός, αηδία. Η αλυσίδα της παραγωγής έχει το δικό της ρυθμό. 
Δεν υπάρχει πια χρόνος, μόνο ρυθμός. Ρυθμός. 
Σταματήστε τις μηχανές. Ησυχία. Τι υπέροχο πράγμα η σιωπή. Ευχαριστώ δεσμοφύλακες που μου χαρίσατε αυτή την απίθανη και σπάνια απόλαυση της σιωπής. Το απόλυτο. Τι απόλαυση για όλες μου τις αισθήσεις! Σα να μοιάζει να βρίσκομαι στον παράδεισο. 
Δεσμοφύλακες, δικαστικοί, κομματάρχες σας αγνοώ όλους. Δεν θα μπορέσετε να με βγάλετε από εδώ μέσα τρελή εκτός κι αν με σκοτώσετε. Μα το μυαλό μου θα είναι καθαρό, θα είμαι απόλυτα υγιής κι όλοι θα ξέρουν με σιγουριά ότι εσείς είστε οι δολοφόνοι, μια κυβέρνηση, ένα κράτος δολοφόνων."


Το μυαλό της "μάγισσας"
Με αυτή της την επιστολή, η Ουλρίκε Μάινχοφ πρόλαβε να δηλώσει ότι θα δολοφονηθεί και δεν θα αυτοκτονήσει, όπως αποφάνθηκε ο ιατροδικαστής. Κρεμάστηκε 42 χρονών στο κελί 719 των φυλακών Στάινχαμ της Στουτγάρδης στις 9 Μαΐου του 1976.  

Όμως, η ηλιθιότητα της εξουσίας φαίνεται από αυτά που έκαναν μετά θάνατω στο "καθαρό μυαλό" που αναφερόταν η Ουρλίκε σε γραπτά της από την φυλακή. Ο εγκέφαλός της αποκολλήθηκε από το κρανίο της κατά την νεκροψία και επιστήμονες έκαναν αναλύσεις για να βρουν τι πηγαίνει "στραβά" με το φαινόμενο Μάινχοφ. Η κόρη της, Μπετίνα Ρελ, έμαθε το 2002 ότι ο εγκέφαλος της μητέρας της ήταν ακόμη αντικείμενο κλινικών μελετών σε κλινική του Μαδεβούργου. 

Κίνησε τις διαδικασίες και η επιτροπή ηθικής αναγκάστηκε να σταματήσει τις συνεχόμενες από το 1976 μέχρι το 2002 μελέτες του εγκεφάλου της Ουλρίκε, που μέχρι σήμερα δεν κατάλαβαν πώς σκεπτόταν. Η επιτροπή απαγόρευσε και την δημοσιοποίηση οποιονδήποτε κλινικών αποτελεσμάτων που είχαν γίνει μέχρι τότε και έτσι δεν θα έχουμε το ιστορικό ντοκουμέντο της "αναπτυγμένης" νοητικά Γερμανίας για την επίπονη επί δεκαετίες έρευνες στο μυαλό της Μάινχοφ.
Ωστόσο, η κόρη της παρέλαβε απλά στάχτη από τον αποτεφρωμένο εγκέφαλο της μητέρας της για να την θάψει με το υπόλοιπο κορμί της στο νεκροταφείο Μαρίεντορφ του Δ. Βερολίνου.  Ίσως ακόμα οι Γερμανοί κρατάνε σε φορμόλη το μυαλό της Ουρλίκε αναζητώντας το κίνητρο που μετετρέψε μια μεσήλικη μεσοαστή σε στρατιώτη, και μία πένα σε πιστόλι. 

πηγή: Στον τοίχο

Ο Ύμνος του αγωνιστή ΣΥΡΙΖΑΙΟΥ

Μου το `χα πει




Στίχοι: Tsopana Rave
Μουσική: Tsopana Rave


Από μικρό παιδί εμένα με κοπάναγα
Εγώ δεν είμαι αυτός που φανταζόμουνα
Θέλω να με βρω, να μου μιλήσω
Ψάχνω να βρω το νούμερο να μου τηλεφωνήσω

Έτσι μια μέρα σπίτι μου με κάλεσα
Μα δε μου άνοιξα και έξω με περίμενα
Τι μου έχω κάνει και δε με θέλω πια
Αυτή η εσωστρέφεια μας θέλει χωριστά

Μου το `χα πει
Μου το `χα πει
Μου το `χα πει...

Εγώ μαζί μου δε μιλιόμαστε
Όποτε είμαι μαζί μου πάντα τσακωνόμαστε
Με πήρα στο τηλέφωνο και το `κλεισα
Μ’ είδα στο δρόμο μ’ έφτυσα και με κλώτσησα

Μια μέρα που τρυπήθηκα φρικάρισα
Πήρα βελόνα και κλωστή και με μαντάρισα
Σε μια πορεία στην Αθήνα μέρος έλαβα
Μα ήμουν μέλος των ΕΚΑΜ και με συνέλαβα

Μου το `χα πει
Μου το `χα πει
Μου το `χα πει...
Μα δε με άκουγα

Μου το `χα πει
Μου το `χα πει
Μου το `χα πει...
Καλά με ήξερα μα δε με υπολόγιζα

Έτσι μια μέρα μ’ ερωτεύτηκα
Μου έκανα καμάκι αλλά δε δέχτηκα
Του εαυτού μου πάντα του τη φύλαγα,
ακόμα κι αν με χτύπαγα δε μίλαγα

Ξάφνου μαζί μου εγώ την ψώνισα
Τα πήρα με την πάρτη μου και αυτοκτόνησα
Τώρα που με σκότωσα μ’ άφησα μόνο μου
Ψάχνω στη νύχτα να με βρω να πω τον πόνο μου



Μου το `χα πει
Μου το `χα πει
Μου το `χα πει...
Μα δε με άκουγα

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2015

Μιζέρια: Μια ψυχολογική έννοια

Δήμητρα Σταύρου*







Το έργο του Βίκτωρος Ουγκώ «Οι Άθλιοι» (“Les misérables)”), ένα από τα μεγαλύτερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, αναφέρεται στην προσπάθεια ενός χαρακτήρα, του Γιάννη Αγιάννη, να ενταχθεί στην κοινωνία, μέσω της αναγνώρισης, έχοντας ξεκινήσει ως πάμφτωχος κλέφτης μιας φραντζόλας ψωμιού. Εξαιτίας αυτής του της πράξης στιγματίζεται για όλη τη ζωή του από τον εγκλεισμό του στη φυλακή και κατά τη διάρκεια όλου του έργου προσπαθεί να διαφύγει από αυτό το παρελθόν (εκπρόσωπος του οποίου είναι ο Ιαβέρης-ο αστυνομικός που τον κυνηγά με πάθος).


Η ιστορία του Γιάννη Αγιάννη έχει αίσιο τέλος και η κάθαρση επιτυγχάνεται στον επίλογο του έργου. Εκεί πια φαίνεται να έχει αποκατασταθεί η αλήθεια του ήρωα μέσα από την αναγνώριση, όχι μόνο από τον δημόσιο κατήγορό του αλλά και από τους σημαντικούς άλλους (την θετή κόρη του και τον άντρα της). Η αποκατάσταση του προσώπου του Αγιάννη έχει να κάνει και με την αντιμετώπιση της ντροπής του στιγματισμού, όταν αποκαλύπτει το παρελθόν του στους δικούς του ανθρώπους, κάτι που ως το τέλος της ζωής του προσπαθούσε να απωθήσει.


Το έργο έχει γραφτεί σε μία περίοδο μεγάλων κοινωνικών αναταραχών και κοινωνικοοικονομικής κρίσης. Όπως και σήμερα, εξαιτίας των κοινωνικών συνθηκών, μεγάλο τμήμα του πληθυσμού πέφτει στην φτώχεια και την εξαθλίωση.


Καθώς δουλεύω μέσα από την τέχνη, θα επανέρθουμε στην λογοτεχνική αυτή ιστορία και αργότερα, καθώς μπορεί να βοηθήσει στη μεγαλύτερη κατανόηση του θέματος.


Σκοπός του σημερινού άρθρου είναι να γίνει ο διαχωρισμός μεταξύ της φτώχειας και της μιζέριας.
Η φτώχεια είναι η επίπτωση κοινωνικών αιτιών ενώ η μιζέρια αναφέρεται στην ψυχολογική αντανάκλασή της, δηλαδή στο πώς αισθάνεται, συνήθως, ο φτωχός και τι προβάλλεται πάνω του από την κοινωνία.


Η γαλλική λέξη misère σημαίνει την αθλιότητα, αλλά και τη δυστυχία.


Η μιζέρια φαίνεται να είναι το αποτέλεσμα μιας διαπροσωπικής συνάντησης. Η κάθε συνάντηση ενεργοποιεί την προβληματική της ταυτότητας αυτών που συναντιούνται. Ακόμη κι από την πρώτη ματιά, αυτόματα λειτουργεί η κατηγοριοποίηση, η κοινωνική σύγκριση από την οποία ανακαλύπτουμε ομοιότητες ή διαφορές από τον άλλο.


Σε αυτή τη διαδικασία παρεμβαίνουν τόσο οι αναπαραστάσεις που έχουμε για τα πράγματα όσο και κοινωνικά στερεότυπα που λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά εμπλέκονται και καθορίζουν τη στάση μας προς τον άλλο.


Στους τελευταίους αιώνες συχνά η φτώχεια συνδέεται με την ανικανότητα, την τεμπελιά και άλλες αρνητικά φορτισμένες ψυχολογικές ιδιότητες. Έτσι, αυτός που εκπίπτει στη φτώχεια έρχεται αντιμέτωπος με όλες αυτές τις αρνητικές κοινωνικές αντιλήψεις και καλείται να τις διαχειριστεί.
Αυτή η διαχείριση όμως είναι εξαιρετικά δύσκολη (αλλά όχι αδύνατη, γιαυτό και επιμένω σήμερα σε αυτό) καθώς το άτομο έρχεται συνεχώς σε επαφή με το απαξιωτικό βλέμμα των άλλων, με τον αποκλεισμό, αλλά και με την επιθετικότητα.


Σε αυτό συμμετέχει και η δική του αντίληψη, καθώς όντας κοινωνικό υποκείμενο, δεν μπορεί παρά να συμμερίζεται τις επικρατούσες απόψεις της εποχής του ως ένα βαθμό τουλάχιστον, αφού φιλτράρονται και από την άμεση εμπειρία του.


Εσωτερικεύοντας τις αρνητικές αντιλήψεις περί φτώχειας, χάνει τη θέση του. Έτσι, από τη δυσκολία να καλύψει τις ανάγκες της επιβίωσης, καταλήγει στην κακομοιριά (κακή μοίρα) και τη μιζέρια. Η κατάθλιψη εγκαθιδρύεται με συναισθήματα αυτοκατηγορίας, ανικανότητας, αδυναμίας και απαξίωσης του εαυτού.


Η μιζέρια έχει μεγάλο ψυχικό πόνο. Είναι οδυνηρή γιατί δεν αφορά μόνο την ανεύρεση της τροφής, στέγης, ρούχων, αλλά κυρίως γιατί επιφέρει μία κακή εικόνα εαυτού και προκαλεί συναισθήματα αφόρητα, ιδιαίτερα ντροπή.


Η ταυτότητα πλήττεται λοιπόν δραματικά. Συνέπειες αυτής είναι η εγκαθίδρυση της απελπισίας και η παθητικότητα. Εξαιτίας αυτών των χαρακτηριστικών, η μιζέρια-ως ψυχολογική πραγματικότητα-μειώνει σημαντικά τις πιθανότητες εξόδου από την φτώχεια.


Ο Γιάννης Αγιάννης, καταφέρνει τελικά να μπει στον ίσιο δρόμο. Να φύγει από την παρανομία (στην οποία είχε υποπέσει εξαιτίας της ανάγκης επιβίωσης αρχικά και αργότερα εξαιτίας του στιγματισμού του ως κλέφτης-όταν κλέβει το σπίτι του ιερέα που είναι ο μόνος που δέχεται να τον φιλοξενήσει μετά την έξοδο του από τη φυλακή) και να ανέλθει κοινωνικοοικονομικά. Αποκτά κύρος και δύναμη.


Σε αυτή τη μεταστροφή του, μοχλός της αλλαγής φαίνεται να είναι η στάση του ιερέα, ο οποίος, όχι μόνο δεν τιμωρεί τον Αγιάννη για την πράξη του, αλλά τον καλύπτει στην αστυνομία. Αργότερα ακολουθεί ένας διάλογος μεταξύ τους που μαζί με την στάση του ιερέα λειτουργεί ως καταλύτης.


Εδώ ερχόμαστε σε επαφή και με την έννοια της συγχώρεσης, ως υπάρχει χώρος για το μαζί (συν+χώρος). Η μιζέρια ένα από τα δεινά που φέρει είναι η αποπροσωποποίηση του υποκειμένου. Το υποκείμενο εργαλειοποιείται, χάνει το πρόσωπό του. Ιδιαίτερα στη φτώχεια και στην ανεργία ο άνθρωπος νοιώθει άχρηστος-μη χρηστικός, λες και πρόκειται για ένα γρανάζι ή κατσαβίδι...


Η αλλαγή του Αγιάννη έχει να κάνει με το ότι ξαναβρίσκει το πρόσωπό του μέσα από τη συνάντησή του με τον ιερέα. Ο ιερέας αναγνωρίζει ότι έχει βρεθεί στην παρανομία λόγω φτώχειας κι όχι εξαιτίας άλλων «φυσικών» αιτιών και γονιδίων.


Η φτώχεια ασχημαίνει τον άνθρωπο. Τα ρούχα του δεν ανανεώνονται, είναι φθαρμένα. Τα μαλλιά του δεν φροντίζονται σε κομμωτήρια ή κουρεία. Τα δόντια του πέφτουν και δεν φροντίζονται γιατί δεν έχει πρόσβαση σε βασικές ιατρικές υπηρεσίες.


Η συνεχής ενασχόληση με την αναζήτηση για την κάλυψη βασικών αναγκών, δεν αφήνει χρόνο για πνευματική καλλιέργεια ή σκέψη για άλλα θέματα. Έτσι, αναγκαστικά υπάρχει και μία έκπτωση στο γνωστικό επίπεδο.


Από την άλλη, η κοινωνία συνεχώς τονίζει την κοινωνική ανισότητα, ακόμη και οι ίδιοι οι θεσμοί των πιο ανεπτυγμένων χωρών.


Έτσι, οι ατελείωτες ουρές στα συσίτια, στα γραφεία αλλοδαπών για την ανανέωση της άδειας παραμονής, σε οργανισμούς πρόνοιας καταδεικνύουν την απουσία σεβασμού της κοινωνίας προς τους φτωχούς. Η αναμονή είναι ένα από τα πολλά δείγματα εξουσίας καθώς δεν αναγνωρίζεται ότι ο χρόνος αυτού που περιμένει έχει αξία.


Ασπίδα ενάντια στη μιζέρια είναι ένα ισχυρό εγώ. Ένα ισχυρό εγώ δεν θα καμφθεί εύκολα στην αναμέτρησή του με το βλέμμα του άλλου. Η ταυτότητα του στην κρίση αυτή δεν θα υποστεί σημαντικές αλλοιώσεις. Θα αποφευχθεί η ψυχική αναπηρία αφού η παθητικότητα δεν θα βρει έδαφος για να εγκατασταθεί. Δεν θα σταματήσει η ελπίδα κι άρα ούτε η δράση για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής. Το βλέπουμε συχνά στις θεραπείες, όπου μέσα σε καιρούς ανεργίας και οικονομικής κρίσης τα μέλη των ομάδων καταφέρνουν να βρίσκουν δουλειά και όσο περισσότερο έχουν ενδυναμωθεί ψυχικά, τόσο περισσότερο οι δουλειές που βρίσκουν είναι αξιόλογες.


Για το λόγο αυτό είναι απαραίτητη η διάσωση των δημοσίων δομών που παρέχουν ψυχοθεραπευτικές υπηρεσίες στους μη έχοντες. Μπορούν κι αυτές με τον τρόπο τους να βοηθήσουν στην ανάκαμψη της οικονομίας ζωντανεύοντας την ελπίδα των απελπισμένων. Αλλά και οι ιδιώτες, όσοι μπορούμε, νομίζω ότι έχει έρθει ο καιρός να διαθέσουμε κάποιες λίγες ώρες από το εβδομαδιαίο πρόγραμμά μας σε εθελοντική εργασία με άτομα που κινδυνεύουν να εγκλωβιστούν στη μιζέρια.


* Η Δήμητρα Σταύρου είναι Ψυχολόγος Δραματοθεραπεύτρια
πηγή: http://psyhismos.blogspot.gr

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

Ο αποσιωπημένος πόλεμος που ίσως φέρει τον μεγαλύτερο όλων

Κωνσταντίνος Τερζής


Πού θα οδηγήσει ο κρυφός, αμείλικτος πόλεμος της Υεμένης;
  • Ένας συνασπισμός 10 κρατών με 150.000 άνδρες πολεμά σήμερα στην Υεμένη, σε μια ατέρμονη σύρραξη, για την οποία δεν γράφει σχεδόν κανείς
  • Πώς ξεκίνησε, ποιοι εμπλέκονται και που οδηγούν οι εξελίξεις;
Ο πόλεμος που μαίνεται στην Υεμένη σχεδιάστηκε αρχικά ως “επιχείρηση-αστραπή” από τον λεγόμενο “Aραβικό Συνασπισμό” των δέκα χωρών που εμπλέκονται σε αυτόν.

Σήμερα έχει μετατραπεί σε έναν παρατεταμένο πόλεμο, με τεράστιες ανθρώπινες απώλειες, που αντλεί πόρους από τον Συνασπισμό γενικότερα, αλλά κυρίως από τη Σαουδική Αραβία.

Η αφορμή

Την περασμένη άνοιξη, τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης παρουσίαζαν τις απαρχές του πολέμου στην Υεμένη ως μια αιφνίδια εμφύλια σύρραξη μεταξύ, αφ’ ενός δυνάμεων πιστών στον από το 2012 πρόεδρο Αμπντ αλ-Ραμπ Μανσούρ αλ-Χαντί, και των Σιιτών ανταρτών Χούτι, οι οποίοι ανάγκασαν τελικά τον πρόεδρο να εγκαταλείψει τη χώρα τον Φεβρουάριο του 2012 και ίδρυσαν δικό τους κυβερνητικό επιτελείο.

Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι, ο προκάτοχος του Μανσούρ αλ-Χαντί, Άλι Αμπντάλλα Σάλεχ, είχε κυβερνήσει τη χώρα μέχρι το 2011, οπότε και παραιτήθηκε μετά από “εξεγέρσεις” στυλ Twitter και Facebook σε όλη τη χώρα.

Ο Σάλεχ εξακολουθεί, παρ’ όλα αυτά, να υποστηρίζεται από μια μεγάλη μερίδα της νεολαίας και από τους αντάρτες Χούτι, ενώ από την άλλη πλευρά αυξάνεται η παρουσία του “Iσλαμικού Κράτους” σε διάφορες περιοχές της χώρας.

Η πραγματική αφορμή της στρατιωτικής εισβολής, την οποία δεν προβάλλουν τα περισσότερα μέσα, ήταν οι ανησυχίες της Σαουδικής Αραβίας για την αυξημένη επιρροή του Ιράν στην περιοχή και την επιμονή του να ελέγχει ένα κομβικής γεωπολιτικής σημασίας περιφερειακό σημείο: το λιμάνι του Άντεν.

Ο χάρτης απεικονίζει τις περιοχές ελέγχου (κόκκινο), επιρροής (ροζ) των ανταρτών Χούτι και τις περιοχές δράσης ομάδων της Αλ-Κάιντα (πράσινο): 


Οι εξελίξεις

Ο συνασπισμός Σαουδικής Αραβίας, Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, Κατάρ, Ιορδανίας, Κουβέιτ, Μπαχρέιν, Αιγύπτου, Μαρόκου, Πακιστάν και Σουδάν συγκρότησε μια ισχυρή στρατιωτική δύναμη 150.000 ανδρών, η οποία χρησιμοποιείται για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Υεμένη. Το σύνολο των αεροπορικών δυνάμεων του Συνασπισμού περιλαμβάνει πάνω από 100 πολεμικά αεροσκάφη και ελικόπτερα.

Ενδιαφέρον στην όλη υπόθεση παραμένει το γεγονός ότι η Αίγυπτος συμμετέχει ενεργά στην στρατιωτική εκστρατεία εναντίον της Υεμένης, στο πλευρό της Σαουδικής Αραβίας. Από την άλλη πλευρά, η Αίγυπτος διατηρεί ουδέτερη στάση όσον αφορά τα τεκταινόμενα στη Συρία. Από μόνη της η στάση αυτή της Αιγύπτου είναι ενδεικτική του πόσο εφήμερες και ασυνεπείς είναι οι συμμαχίες κρατών στη Μέση Ανατολή.

Η Συνασπισμός υπό τη Σαουδική Αραβία χρησιμοποιεί σύγχρονο στρατιωτικό εξοπλισμό και πλεονεκτεί ως προς το ανθρώπινο δυναμικό. Πλην όμως, η πρακτική έχει αποδείξει ότι αυτά δεν επαρκούν.

Πολλές αεροπορικές επιδρομές που στοχεύουν αμάχους και κοινωνικά σημαντικές εγκαταστάσεις κάθε άλλο παρά αποτελούν στήριξη των πολιτών της Υεμένης. Σύμφωνα με αραβικά κρατικά μέσα ενημέρωσης, πάνω από 25.000 άτομα, ως επί το πλείστον άμαχοι, έχουν σκοτωθεί στον κρυφό αυτό πόλεμο.

Καθώς ο πόλεμος μαίνεται, ο Αραβικός Συνασπισμός εμπλέκει ενεργά όλο και περισσότερες δυνάμεις στις στρατιωτικές επιχειρήσεις: 

Στις 16 Οκτωβρίου, ένα τάγμα προερχόμενο από το Σουδάν έφτασε στο λιμάνι του Άντεν, στη νότια Υεμένη. Οι ένοπλες δυνάμεις του Σουδάν διαθέτουν κινεζικό εξοπλισμό και πολεμοφόδια: τουφέκια τύπου 51, τύπου 95, CQ, τουφέκια ακρίβειας M99, πολυβόλα QJZ-89, αυτόματους εκτοξευτές χειροβομβίδων QLZ-87, καθώς και άλλα στρατιωτικά συστήματα, όπως αντιαρματικά κατευθυνόμενα βλήματα Hongjian-8, άρματα μάχης τύπου 96, MLRS WS -2. Επίσης, στη διάθεση της σουδανικής στρατιωτικής αεροπορίας είναι τα αεροσκάφη τύπου Chengdu J-7, Nanchang Q-5 και Hongdu JL-8. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, οι ένοπλες δυνάμεις του Σουδάν ενδέχεται να στείλουν ένα ακόμα τάγμα στην Υεμένη στο προσεχές μέλλον.

Παρ’ όλα αυτά, είναι δύσκολο να εκτιμηθεί η πραγματική στρατιωτική ισορροπία των δυνάμεων που τάσσονται υπέρ των ανταρτών Χούτι και εκείνων που τους αντιμάχονται. Αρκετά ρεπορτάζ ξένων ανταποκριτών στην Υεμένη κάνουν λόγο για απώλειες των δυνάμεων του Συνασπισμού σε χερσαίες επιχειρήσεις. Είναι προφανές ότι οι σύμμαχοι δεν διαθέτουν εμπειρία μάχης.

Οι δυνάμεις των ανταρτών Χούτι κάνουν επιδέξια χρήση της μορφολογίας του εδάφους, των τοπικών υποδομών και πρακτικών απόκρυψης, προκειμένου να προκαλέσουν πλήγματα στις χερσαίες, αλλά και στις αεροπορικές δυνάμεις του Αραβικού Συνασπισμού.

Κατά την άποψη ειδικών, οι συμμαχικές δυνάμεις δεν πρόκειται ποτέ να είναι σε θέση να προβούν σε επιτυχείς δράσεις σε ορεινές περιοχές και δεν θα αποκτήσουν πλεονέκτημα έναντι των ντόπιων ανταρτών.

Επιπλέον, οι προσδοκίες της Σαουδικής Αραβίας ότι το Ιράν δεν θα εξακολουθήσει να υποστηρίζει τους αντάρτες Χούτι στην Υεμένη αποδεικνύονται μη ρεαλιστικές.  

Η επικίνδυνη έκβαση 

Προς το παρόν, η Σαουδική Αραβία και οι σύμμαχες χώρες της δεν φαίνονται διατεθειμένες να συμμετάσχουν σε κάποιες διαπραγματεύσεις που θα αποσκοπούν σε μια πραγματική επίλυση της σύγκρουσης. Έτσι, απομένουν δύο ουσιαστικές πιθανότητες:

Πρώτον, η πιθανότητα να επιτύχουν οι χερσαίες και αεροπορικές δυνάμεις του Αραβικού Συνασπισμού την διακοπή ανεφοδιασμού και ενίσχυσης γενικότερα των ανταρτών Χούτι από ξένες δυνάμεις, να αποκτήσουν εμπειρία μάχης και να κατορθώσουν την τελική επικράτησή τους επί των δυνάμεων των ανταρτών Χούτι. Πράγμα εξαιρετικά απίθανο. 

Δεύτερον, και πολύ πιο πιθανό, η τελική αδυναμία των συμμαχικών δυνάμεων να νικήσουν τους Σιίτες αντάρτες. Μια τέτοια έκβαση θα προκαλέσει πανικό μεταξύ των χωρών-μελών του Συνασπισμού, κάθε μία από τα οποίες έχει τα δικά της συμφέροντα να πολεμά στην Υεμένη. 

Παρ' όλα αυτά, πολλές μεγάλες παγκόσμιες δυνάμεις επιθυμούν την επαναλειτουργία του λιμανιού του Άντεν, λόγω της γεωπολιτικής και εμπορικής σημασίας του, και την αποκατάσταση της σταθερότητας στην περιοχή αυτή, η οποία αποτελεί μια από τις κύριες εμπορικές θαλάσσιες οδούς μεταφοράς πετρελαίου. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να αναμένουμε μια όλο και μεγαλύτερη ανάμιξη των μεγάλων δυνάμεων και διεθνών φορέων στην υπό εξέλιξη σύρραξη. 

Είναι πλέον εμφανές ότι οι τοπικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή μετατρέπονται βαθμιαία σε μια μεγάλη περιφερειακή σύγκρουση. 
πηγή: http://kostasxan.blogspot.gr/
Πηγή South Front Foreign Policy Diary
Μετάφραση - Απόδοση "Ας Μιλήσουμε Επιτέλους!"