Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

Το τραπεζικό κόλπο

Άρης Οικονόμου



Έχει σχεδόν μηδενισθεί η αξία των μετοχών που κατέχει το κράτος στις τέσσερις τράπεζες, έχοντας πετάξει άνω των 31 δις € από το παράθυρο – ενώ ας μην θεωρούμε πως είναι πια υγιείς, οπότε δεν θα χρειαζόταν η δήμευση των καταθέσεων

«Η Ελλάδα διοικείται από μία στυγνή δικτατορική κυβέρνηση στο παρασκήνιο, από την Τρόικα δηλαδή, με τυπικές κυβερνήσεις στο προσκήνιο – οι οποίες έχουν ουσιαστικά το ρόλο του σάκου του μποξ, για να εκτονώνεται ανόητα η οργή των Πολιτών».


Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας δήλωσε πρόσφατα πως είναι ικανοποιημένος με την ολοκλήρωση της διαδικασίας αύξησης κεφαλαίων των τραπεζών, για τρίτη συνεχή φορά – επειδή, κατά τον ίδιο, οι επενδυτές εμπιστεύθηκαν ξανά την Ελλάδα! Τι ακριβώς εμπιστεύθηκαν, δεν έκανε τον κόπο να εξηγήσει στους Έλληνες – στους οποίους πλέον δεν ανήκει ούτε η χώρα, ούτε οι τράπεζες της.

Ειδικότερα, γνωρίζοντας κανείς πως στις τράπεζες είναι υποθηκευμένο μεγάλο μέρος της ιδιωτικής περιουσίας των Ελλήνων, καθώς επίσης πολλές επιχειρήσεις, ενώ στην Τρόικα η δημόσια περιουσία, δεν είναι καθόλου δύσκολο να συμπεράνει ποιοί είναι οι νέοι ιδιοκτήτες της Ελλάδας – ενώ δεν προσφέρει σε τίποτα η εθελοτυφλία.

Διαπιστώνεται πάντως πια «δια γυμνού οφθαλμού» ότι, αφενός μεν οι τράπεζες αφελληνίζονται, αφετέρου πως έχει συντελεσθεί η μεγαλύτερη τραπεζική ληστεία όλων των εποχών, εις βάρος των κορόιδων – των φορολογουμένων Πολιτών, καθώς επίσης των Ελλήνων μικρομετόχων που απαγορεύθηκε να συμμετέχουν στην κεφαλαιοποίηση (όπως συνέβη και με το κράτος).

Περαιτέρω, στον πίνακα που ακολουθεί φαίνονται οι τιμές των μετοχών των τραπεζών, με τις οποίες έγινε η αύξηση κεφαλαίου το 2014, καθώς επίσης οι αντίστοιχες του 2015 – όπου στην τέταρτη στήλη (διαφορά), σημειώνεται πόσες φορές μικρότερη ήταν η τιμή το 2015, στην επόμενη πόση είναι πλέον η συμμετοχή των ιδιωτών, ενώ στην τελευταία του κράτους.

ΤράπεζαΤιμή νέων μετοχών 2015Τιμή νέων μετοχών 2014ΔιαφοράΠοσοστό ιδιωτώνΠοσοστό κράτους (ΤΧΣ)
EUROBANK0,010,31-31 φορές97,7%2,3%
ΕΘΝΙΚΗ*0,020,30-15 φορέςστο 67%Υπ. στο 33%
ΠΕΙΡΑΙΩΣ0,031,70-56 φορές75%25%
ALPHA BANK0,040,65-16 φορές89%11%
*2,20 κατά ανακοινώσεις 

Συμπεραίνεται λοιπόν πως η Eurobank, καθώς επίσης η Alpha Bank, έχουν πλέον ιδιωτικοποιηθεί εντελώς, χωρίς να εισπράξει κάποιο αντίτιμο το κράτος – αλλά, αντίθετα, να έχει χάσει όλα σχεδόν τα χρήματα του, από τις δύο προηγούμενες κεφαλαιοποιήσεις! Εδώ δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το κράτος είμαστε εμείς, αφού με τους φόρους μας πληρώνονται οι ζημίες – τις οποίες διαπιστώνουμε από τα συνεχή μέτρα που ανακοινώνονται, σε καθημερινή σχεδόν βάση.


Περαιτέρω, από τον επόμενο πίνακα φαίνεται πόσα έχασε κάποιος, είτε ιδιώτης μικρός μέτοχος, είτε το δημόσιο – στο υποθετικό παράδειγμα, κατά το οποίο τοποθέτησε 1.000 € από την τσέπη του, για την αγορά μετοχών κατά την αύξηση κεφαλαίου των τραπεζών το 2014 (χωρίς τα δεκαδικά ψηφία). 



ΤράπεζαΑρ. μετοχώνΤιμή 2015Αξία 2014Αξία 2015Ζημία
EUROBANK3.2250,011.00032,25-967,75
ΕΘΝΙΚΗ3.3330,021.00066,66-933,34
ΠΕΙΡΑΙΩΣ5880,031.00017,64-982,36
ALPHA BANK1.5380,041.00061,52-938,48
.
Με απλά λόγια, τα 1.000 € που έβαλε κάποιος υποθετικά από την τσέπη του μόλις το 2014 (το κράτος επίσης),έγιναν 32 € στην πρώτη τράπεζα (έχασε δηλαδή τα 968 €), 66 € στη δεύτερη, 17 € στην τρίτη και 61 € στην τελευταία! (επιφυλασσόμενος για τυχόν αριθμητικά λάθη).


Εάν αυτό δεν είναι ληστεία στο φως της ημέρας, μία μεγάλη ντροπή για την Ελλάδα και τους Έλληνες, ενώ καλύτερα να μην χαρακτηρίσουμε τη «συμμορία» που την εκτέλεσε, τότε τι άλλο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ληστεία;

Συνεχίζοντας, τα κεφάλαια που είχε διαθέσει το κράτος (ΤΧΣ) προηγουμένως στις τέσσερις παραπάνω τράπεζες ήταν περίπου 25 δις €, τα οποία είχαν εκτοξεύσει το πραγματικό έλλειμμα ξανά στα ύψη, οπότε το δημόσιο χρέος – γεγονός που σημαίνει ότι, γίνεται εν αγνοία μας όλο και μεγαλύτερο, παρά την πολιτική λιτότητας, για να ενισχύονται οι τράπεζες, έτσι ώστε να είναι σε θέση να κατασχέσουν τα σπίτια μας!

Από την άλλη πλευρά, στα τέλη του 2013 η αξία των μετοχών του κράτους σε αυτές τις τράπεζες ήταν 22,5 δις €, στα τέλη του 2014 είχε πέσει στα 13 δις €, το Μάρτιο του 2015 στα 6,5 δις €, ενώ τον Οκτώβριο του 2015 ήταν μόλις 2,4 δις €. Επομένως, είχαν χαθεί ήδη τα 22,6 δις €, τα οποία φυσικά θα επιβαρύνουν όλους εμάς –μέσω της υπερβολικής αύξησης των φόρων, των μειώσεων των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, των συντάξεων, του περιορισμού του κοινωνικού κράτους κοκ.

Σήμερα έχει σχεδόν μηδενισθεί η αξία των μετοχών που κατέχει το κράτος στις τέσσερις μεγάλες τράπεζες, έχοντας πετάξει άνω των 31 δις € από το παράθυρο – ενώ όποιος θεωρεί πως είναι πλέον υγιείς, οπότε δεν θα χρειαστεί να συμμετέχουν οι καταθέτες στη διάσωση τους (haircut), θα ήταν καλύτερα να προσέξει τη θέση της S&P, σύμφωνα με την οποία τα νέα κεφάλαια των τραπεζών είναι πάρα πολύ χαμηλά.

Περαιτέρω, φαίνεται πως οι δανειστές είναι άπληστοι και αχόρταγοι, κρίνοντας από τις νέες απαιτήσεις τους για μειώσεις μισθών (ΔΝΤ) – αν και δεν είναι πολλοί αυτοί που κατανοούν τί ακριβώς κρύβεται πίσω από τις συγκεκριμένες απαιτήσεις. Ειδικότερα, όλες οι τιμές των παγίων διαμορφώνονται αργά ή γρήγορα σε ανάλογο ύψος με τους μισθούς – γεγονός που σημαίνει ότι, όσο περιορίζονται οι μισθοί, τόσο μειώνονται οι τιμές.

Με απλά λόγια, οι τιμές των περιουσιακών στοιχείων των Ελλήνων (σπίτια, οικόπεδα, επιχειρήσεις) μειώνονται συνεχώς, ανάλογα με την πτώση των μισθών τους – ενώ την ίδια στιγμή καλούνται να πληρώσουν υψηλότερους φόρους. Επομένως, καταδικάζονται να χάσουν ότι έχουν και δεν έχουν, καταλήγοντας άβουλοι σκλάβοι χρέους – ενώ οι τράπεζες έχουν ήδη προετοιμασθεί, για να μεταφέρουν όλη την ιδιωτική περιουσία σε ξένα χέρια.

Ολοκληρώνοντας, το αποτρόπαιο έγκλημα που συντελείται σήμερα στην Ελλάδα είναι μάλλον άνευ προηγουμένου στην παγκόσμια ιστορία – ακόμη και αν συγκριθεί με τα ανάλογα εγκλήματα της πρώτης αποικιοκρατικής εποχής.

Σε κάθε περίπτωση, η χώρα δεν θα ανήκει σύντομα στους Έλληνες, ενώ διοικείται από μία στυγνή δικτατορική κυβέρνηση στο παρασκήνιο, από την Τρόικα δηλαδή, με τυπικές κυβερνήσεις στο προσκήνιο – οι οποίες έχουν ουσιαστικά το ρόλο του σάκου του μποξ, για να εκτονώνεται ανόητα η οργή των πολιτών.

Άρης Οικονόμου, Senior Analyst (finance & markets)

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

Εύχομαι να ανακαλύψουν τα σημερινά παιδιά ότι Έλληνας δε γεννιέσαι, γίνεσαι.


Συνέντευξη του Χρήστου Γιανναρά στον Γιώργο Βαϊλάκη


Kύριε Γιανναρά, υπάρχει η αίσθηση ότι σήμερα βιώνουμε το τέλος μιας εποχής. Ποιες είναι οι συνέπειες στην Eλλάδα;
Tις συνέπειες τις βιώνουμε, με οδύνη και πανικό, κάθε μέρα. Aλλά ο περιγραφικός εντοπισμός τους μάλλον κουράζει και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να τις αναχαιτίσει.

Πώς αντιλαμβάνεστε την οικονομική κρίση που μας έπληξε τα τελευταία χρόνια; Yπήρχε, άραγε, εναλλακτική λύση;
Πιστεύω ότι υπήρχε εναλλακτική λύση. Aυτή θα μπορούσε να είναι η επικέντρωση όλων των προσπαθειών στην «κατά κεφαλήν καλλιέργεια», αλλά και στη συνειδητοποίηση των κριτηρίων «ποιότητας» της ζωής. Γιατί τη Φινλανδία ή την Eλβετία δεν τις διαλύει η «κρίση»;

Tις προηγούμενες δεκαετίες είχε επικρατήσει ευρέως η «φιγούρα» και η υπερκατανάλωση. Πιστεύετε ότι η κρίση μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά σε επίπεδο αξιών;

H ζωή προχωρεί με βάση τις ανάγκες των ανθρώπων, όχι τις αφηρημένες «αξίες». Στις προηγούμενες δεκαετίες, ανάγκη των Eλλαδιτών ήταν η φιγούρα και η καταναλωτική απληστία. Kαι κάπως έτσι φτάσαμε στη σημερινή καταστροφή: στον πρωτογονισμό της εξουσίας με ανυπαρξία λαϊκής αντίδρασης.

O στόχος της E.E. ήταν η σύγκλιση (η πολιτική, η οικονομική, η πολιτιστική). Tι έχει μείνει απ' όλα αυτά; Eίναι, πια, απλώς μία παρακαταθήκη; Ή παραμένει σοβαρή ως προοπτική;

H «σύγκλιση» με την Eυρώπη κατανοήθηκε στην Eλλάδα, μόνο σαν ξιπασμένη μίμηση, σαν ένας επιδερμικός πιθηκισμός. Kαι η ένταξή μας αρχικά στην Ευρωπαϊκή Eνωση και έπειτα στη Nομισματική Eνωση, όλα έγιναν με την ξιπασιά του μειονεκτικού επαρχιώτη. Φοβούμαι πως δεν υπάρχει «κάθαρση» σε τόσο φτηνιάρικες τραγωδίες.

Πιστεύετε ότι αυτή τη στιγμή λείπουν οι πολιτικοί ηγέτες από την Eλλάδα, αλλά και από την υπόλοιπη Eυρώπη; Yπάρχει η αίσθηση ότι έχουμε πολιτικούς-μάνατζερ, χωρίς μακρόπνοα σχέδια, οι οποίοι βλέπουν το πολιτικό αξίωμα ως μία μόνο δουλειά για το βιογραφικό τους.

Aπό ποια σχολεία να βγουν οι ηγέτες, από ποιο κοινωνικό κλίμα; Σε κάθε παραμικρή πτυχή του κοινού βίου η ποιότητα είναι εν διωγμώ, η αναξιοκρατία ο κανόνας, η αριστεία θεσμικά αποκλεισμένη από παντού. Mετρήστε πόσοι μικρονοϊκοί καραγκιόζηδες έχουν περάσει από υπουργικούς θώκους, πόσοι από τον υπόκοσμο στελεχώνουν τα μέσα πληροφόρησης και ψυχαγωγίας, πόσες κωμικές φιγούρες λανσάρονται σαν κορυφαίοι της διανόησης και της Tέχνης.

Ποιο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας σήμερα;

Kατά τη γνώμη μου, πιθανόν εσφαλμένη, η μεθοδική θεσμική εξάλειψη κάθε αξιολόγησης. Eχει καταργηθεί κάθε δυνατότητα να ξεχωρίσει ο ικανός από τον ανίκανο, ο εργατικός από τον φυγόπονο, ο συνεπής από τον μπαγαπόντη, ο αξιοπρεπής από τον πουλημένο, ο ευφυής από τον εξυπνάκια. Mια κοινωνία με καταργημένη τη λειτουργία της κριτικής αποτίμησης, είναι καταδικασμένη να εξαφανιστεί ιστορικά.

Iστορικά ποιες είναι οι ευκαιρίες που έχασε η Eλλάδα για να γίνει σύγχρονο κράτος;

Δεν μπορώ να τολμήσω επιγραμματική απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα. Δεν ξέρω κι αν υπήρξαν «ευκαιρίες».

Aπό τώρα και στο εξής τι θα μπορούσε να γίνει για να πάνε τα πράγματα καλύτερα; Yπάρχουν περιθώρια για μία εμπράγματη αισιοδοξία;

Περιθώρια για αισιοδοξία υπάρχουν, όταν υπάρχουν στόχοι. Aκούσατε ποτέ κάποιον από τους υπεύθυνους για την πορεία της χώρας να μιλάει για στόχο άλλον από την αύξηση της καταναλωτικής ευχέρειας; Oσο παίζουμε όλοι στο ίδιο γήπεδο του ιστορικο-υλιστικού μηδενισμού, μαρξιστικού ή καπιταλιστικού, το ίδιο κάνει: Eλπίδα για ανάκαμψη δεν υπάρχει.

Ποια πράξη θεωρείτε επαναστατική σήμερα;
Kάθε πράξη που προάγει την ποιότητα, σε οποιαδήποτε πτυχή του βίου.

Tι συμβουλεύετε τους νέους ανθρώπους για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν εκείνοι στην εποχή τους;

Oι συμβουλές είναι άγονη πρακτική. Θα ευχόμουν μόνο να ανακαλύψουν τα σημερινά παιδιά, ότι Eλληνας δεν γεννιέσαι, γίνεσαι. H ελληνικότητα θα είναι πάντα προσωπική ανακάλυψη, άσχετη με την τραγωδία του αποτυχημένου κράτους.

Eμείς, τελικά, τι κάναμε λάθος ως κοινωνία; Ποιες είναι οι ευθύνες μας, αλλά και οι αιτίες που μας έφεραν σε αυτήν την οικονομική κρίση και στα Mνημόνια;

Aφεθήκαμε παθητικά στον «κοινωνικό μετασχηματισμό» του Aνδρέα. Eπεισε τη μάζα ότι «όλα επιτρέπονται», εξάλειψε την αίσθηση του «δημοσίου συμφέροντος», την έγνοια για το «κοινό καλό». Aπό τότε σαν να νομιμοποιήθηκε το πλιάτσικο του κοινωνικού χρήματος, η λωποδυσία κάθε κοινωνούμενου αγαθού. O Eλλαδίτης κλέβει τις κουρτίνες των θαλάμων και τα σκεπάσματα από τη λεκάνη τουαλέτας στα νοσοκομεία. Kαταστρέφει τα σήματα της Tροχαίας και τις πινακίδες μόνο για να ικανοποιήσει την αρρωστημένη αντικοινωνική του επιθετικότητα. Kαι, βέβαια, ο βανδαλισμός των σχολικών και πανεπιστημιακών κτιρίων κραυγάζει την παρακμή μας.
   Πηγή: imerisia

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2015

Τελικά ποιός είναι εθνικιστής και μάλιστα σοβινιστής χειρίστου είδους;

του Δημήτρη Καζάκη


Τους θαυμάσατε όλους αυτούς του απατρίδες Ευρωπαίους; Όλους αυτούς που εξασκώνται σε δεκάρικους για "ευρωπαϊκά ιδανικά" και ευρωπαϊσμό; Τους είδατε όλους αυτούς που βγάζουν σπιριά όταν μιλάμε για εθνική ανεξαρτησία και εθνική αυτοδιάθεση; Είδατε πόσο ωραία υιοθέτησε τον επίσημο Γαλλικό σοβινισμό η αριστερά του κ. Φίλη, που μόλις πριν δυο βδομάδες μας έδινε μαθήματα καταγγελίας του "εθνικισμού" με την άρνηση του προφανούς, δηλαδή της γενοκτονίας των Ποντίων;
Je suis Francais, φωνάζουν όλοι ντυμένοι με τη Γαλλική σημαία. Δεν έχει σημασία ότι η επίσημη Γαλλία εμπλέκεται σε πολεμικές επιχειρήσεις διάλυσης σε πάνω από 14 χώρες, κυρίως σε πρώην αποικίες της υποσαχάριας Αφρικής. Ούτε βέβαια θα ασχοληθεί κανείς με τα εκατοντάδες χιλιάδες θύματα των πολέμων της Γαλλίας. Δεν είναι τρομοκρατία αυτή. Ούτε η δημιουργία ενός τεράστιου κύματος προσφύγων από τις πολεμικές επιδρομές της Δύσης.

Ούτε ενόχλησε κανέναν το γεγονός ότι σχεδόν την επομένη οι Γάλλοι μαζί με τους Αμερικανούς χτύπησαν τυφλά τη Ράκα, η οποία φέρεται ως κέντρο του Χαλιφάτου. Από τα εκατοντάδες θύματα του τυφλού αεροπορικού χτυπήματος, η συντριπτική πλειοψηφία ήταν άμαχοι, γυναίκες και παιδιά. Αλλά αυτοί δεν είναι Γάλλοι. Είναι κάτι τρισάθλιοι τζιχαδιστές.
Ούτε ενδιαφέρει όλους αυτούς το γεγονός ότι είναι απαράδεχτο με βάση το διεθνές δίκαιο, την ανθρώπινη λογική και τη δημοκρατία, η λογική των αντιποίνων. Ιδίως διαμέσου πολεμικών χτυπημάτων. Πολεμικά αντίποινα στην τρομοκρατία, συνιστούν κρατική τρομοκρατία και μάλιστα με όρους αυτοκρατορίας. Άλλο όταν τρομοκρατούν οι τζιχαδιστές κι άλλο όταν ασκεί τρομοκρατία η επίσημη Γαλλία, οι ΗΠΑ και γενικά οι αυτοκρατορικές δυνάμεις.
Η λογική των αντιποίνων γεννήθηκε μαζί με τον ιμπεριαλισμό και ασκείται από ένα κράτος στο όνομα του δικού του ρεβανσιστικού εθνικισμού, του τζινγκοϊσμού όπως αποκαλείται στους αγγλοσάξωνες ο σοβινισμός, που οι Γάλλοι εισήγαγαν μαζί με τους Βοναπάρτες. Οι απάτριδες, απέδειξαν πόσο εθνικιστές είναι. Αρκεί ο εθνικισμός αυτός να βολεύει τις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις των μεγάλων.
Το παραμύθι γνωστό. Οι τζιχαδιστές και γενικά οι τρομοκράτες είναι κάτι απολίτιστοι σκοτεινοί τύποι, υποκείμενα ψυχιατρικής και εγκληματολογικής διαταραχής, οι οποίοι ζηλεύουν όλους εμάς τους πολιτισμένους για τις ελευθερίες και τα αγαθά μας. Κι επομένως το γεγονός ότι ανάλογο χτύπημα έγινε στη Βυρητό μια μέρα νωρίτερα, αλλά και μόλις χθες στη Νιγηρία με 32 νεκρούς και 80 τραυματίες, δεν συνιστά κάτι ιδιαίτερο.
Σήμερα ζούμε την αναβίωση της παλιάς λογικής της Rassenkampf, (πάλης των φυλών) ανάμεσα σε πολιτισμένους και απολίτιστους κι έτσι, με την ίδια αναγκαιότητα που παλιά γέννησε το φασισμό και το ναζισμό ως απόλυτο σύστημα κρατικής τρομοκρατίας, σήμερα γεννιέται ένα υπερκρατικό, υπερεθνικό σύστημα απολυταρχίας ταυτισμένο με τον σοβινισμό, τον τζινγκοϊσμό της δυτικής αποικιοκρατίας.


πηγή : dimitriskazakis.blogspot.gr

Η κατάρριψη του Ρωσικού αεροπλάνου και η στρατιωτική επέμβαση στη Συρία


ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΗΓΗ: “The downing of the Russian plane and the military intervention in Syria” The International Journal of Inclusive Democracy, Vol. 11, Nos. 1/2, (06.11.2015)
Περίληψη: Στο άρθρο αυτό αναλύεται η σημασία της κατάρριψης του ρωσικού αεροπλάνου–πιθανότατα από τρομοκρατική ενέργεια,– και της ρωσικής στρατιωτικής επέμβασης στη Συρία, σε σχέση με το σχέδιο της Υπερεθνικής Ελίτ για την ενσωμάτωση ολόκληρης της Μέσης Ανατολής στη Νέα Διεθνή Τάξη της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και της πιθανής διαίρεσης στο εσωτερικό της ρωσικής ελίτ μεταξύ «παγκοσμιοποιητών» και «πατριωτών/ εθνικιστών».
Η κατάρριψη του ρωσικού αεροπλάνου: τρομοκρατική ενέργεια;
Παρά το γεγονός ότι η έρευνα σχετικά με την κατάρριψη του ρωσικού αεροπλάνου συνεχίζεται και είναι σαφές ότι η Υπερεθνική Ελίτ (Υ/Ε, δηλαδή οι οικονομικές και πολιτικές ελίτ που διαχειρίζονται τη Νέα Διεθνή Τάξη της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, οι οποίες εδράζονται κυρίως στις χώρες της ομάδας G7) έχει ήδη επιχειρήσει, μέσω της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου, να την αποδώσει σε τρομοκρατική ενέργεια της ISIS, ανακύπτει ένα σημαντικό ζήτημα. Έτσι, ανεξάρτητα από το αν η κατάρριψη του αεροπλάνου ήταν πράγματι το αποτέλεσμα τρομοκρατικής ενέργειας ―το οποίο είναι κάτι που μπορεί να μη μάθουμε ποτέ― ποιοι θα μπορούσαν να έχουν το κίνητρο να προβούν σε τέτοια επίθεση και γιατί; Ο λόγος για τον οποίο μπορεί να μη μάθουμε ποτέ τους πραγματικούς λόγους πίσω από μια κατάρριψη του επιβατικού αεροσκάφους είναι ότι οι κύριοι εμπλεκόμενοι, δηλαδή σίγουρα η Αίγυπτος, και, ενδεχομένως, η Ρωσία, μπορεί να έχουν λόγους να μην θελουν ν’ αποκαλύψουν την τυχόν ανάμιξη τρομοκρατικής δραστηριότητας.
Όσον αφορά την Αίγυπτο, είναι γνωστό ότι η αιγυπτιακή οικονομία ήταν σε κακή κατάσταση, ακόμη και πριν από το ξέσπασμα της “Αραβικής Άνοιξης”, και η κατάσταση έχει επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο από τότε, καθώς η υποκινούμενη από την Υ/Ε αναταραχή σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο οδήγησε πολλούς δυτικούς επισκέπτες στο να αποτραβηχτούν από τα αιγυπτιακά τουριστικά θέρετρα. Η σωτηρία της αιγυπτιακής τουριστικής βιομηχανίας τον τελευταίο καιρό είχε έρθει από τη Ρωσία, όπου ο συνδυασμός των οικονομικών κυρώσεων και η τεράστια πτώση στην τιμή του πετρελαίου —την οποία μηχανεύτηκαν η Υ/Ε και η Σαουδική Αραβία ως μέρος του οικονομικού πολέμου εναντίον της Ρωσίας και του Ιράν[1] — προσέλκυσε τον τελευταίο καιρό πολλούς Ρώσους στην Ερυθρά Θάλασσα, όχι μόνο λόγω του «αξιόπιστου» κλίματος της, αλλά και λόγω των «περιεκτικών» τουριστικών πακέτων σε εξευτελιστικές τιμές που ξεκινούσαν από μόλις £ 350 την εβδομάδα. Όπως αναφέρουν οι Sunday Times, «περισσότερο από 1 εκατομμύριο Ρώσοι επέλεξαν παρόμοιες διακοπές κατά τους πρώτους έξι μήνες του 2015, βοηθώντας να μετατρέψουν την Αίγυπτο στον πιο δημοφιλή τουριστικό προορισμό της χώρας τους. Έτσι, τη στιγμή που η αναταραχή σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο οδηγούσε πολλούς δυτικούς επισκέπτες στο να αποτραβηχτούν από τα αιγυπτιακά θέρετρα, οι Ρώσοι τα πλημμύριζαν. Σύντομα, τουριστικές πινακίδες που κάποτε ήταν γραμμένες στα Αγγλικά, άλλαξαν στην Κυριλλική γραφή. Υπήρχαν εν αφθονία θέσεις εργασίας κατά μήκος της ακτής της Ερυθράς Θάλασσας για ρωσόφωνους εκπαιδευτές κατάδυσης – αλλά όχι τόσο πολλές για αγγλόφωνους ή γαλλόφωνους.»[2] Δεν είναι περίεργο που ο Αλ-Σίσι, ο Αιγύπτιος ηγέτης, ενοχλήθηκε όταν πληροφορήθηκε τη βρετανική ανακοίνωση που διέκοπτε τις πτήσεις από το Ηνωμένο Βασίλειο προς το Σαρμ ελ-Σέιχ ενώ ταξίδευε στο Λονδίνο για επίσημη επίσκεψη που είχε κανονιστεί πριν από λίγο καιρό, για την ενίσχυση των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών. Φυσικά, αν, στο τέλος, η Αίγυπτος υιοθετήσει μια τακτική συγκάλυψης των πραγματικών αιτιών της καταστροφής, απλά θα «ακολουθήσει το παράδειγμα πολλών κρατών στο παρελθόν που προσπάθησαν να κρύψουν ή να αρνηθούν τις αιτίες των αεροπορικών καταστροφών.»[3]
Ωστόσο, πολύ πιο περίπλοκη είναι η ρωσική περίπτωση, η οποία μπορεί να εξηγηθεί μόνο σε σχέση με μια πιθανή διάσπαση στο εσωτερικό της ρωσικής ελίτ.
Η διαίρεση στο εσωτερικό της ρωσικής ελίτ[4]
Είναι προφανές ότι η Ρωσία δεν είναι μέλος της Υ/Ε και ως εκ τούτου δεν μοιράζεται μαζί της κάποια σημαντική υπερεθνική δύναμη. Ωστόσο, η Ρωσία θα μπορούσε, ενδεχομένως, να αποτελέσει αυτοδύναμη οικονομία, και ως εκ τούτου θα μπορούσε να αποκατασταθεί η εθνική κυριαρχία της, αν η, υπό τον Πούτιν, ελίτ της αποφάσιζε να το πράξει. Επιπλέον, θα μπορούσε να δημιουργήσει – εφόσον το επιθυμεί – μια οικονομική και πολιτική ένωση παρόμοιων κυρίαρχων εθνών με βάση την αυτοδυναμία. Ωστόσο, φαίνεται ότι η ρωσική ελίτ είναι διχασμένη ως προς το θέμα αυτό, με το ένα μέρος της ( «εθνικιστές / πατριώτες») να έχει στόχο τη δημιουργία μιας Ευρασιατικής Ένωσης κυρίαρχων εθνών, η οποία θα βρίσκεται, αναπόφευκτα, έξω από τη ΝΔΤ, και με ένα άλλο μέρος της (οι «παγκοσμιοποιητές» ή «φιλελεύθεροι» όπως ονομάζονται στη Ρωσία) να έχει στόχο την πλήρη ένταξη στην ΝΔΤ ως ισότιμο μέλος της Υ/Ε –κάτι το οποίο η Υ/Ε δεν θα μπορούσε να επιτρέψει για οικονομικούς, γεωπολιτικούς και πολιτιστικούς λόγους.

Όσον αφορά, πρώτον, τους πατριώτες / εθνικιστές, είναι γνωστό ότι υπάρχει ένα άτυπο δημοφιλές πατριωτικό μέτωπο στη Ρωσία, το οποίο περιλαμβάνει τα λαϊκά στρώματα της ρωσικής κοινωνίας που προορίζονται να είναι τα κύρια θύματα της παγκοσμιοποίησης στην περίπτωση που η χώρα ενσωματωθεί πλήρως στη ΝΔΤ. Κύριος στόχος τους είναι η οικονομική και εθνική κυριαρχία, η οποία συνεπάγεται και την πολιτιστική κυριαρχία. Είναι αυτός ο ευρύς στόχος, που ενώνει σε αυτό το άτυπο μέτωπο από τους κομμουνιστές ως τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, και από τους εργάτες μέχρι τους αγρότες, και από το νέο ανερχόμενο «προλεταριάτο υπηρεσιών» μέχρι τους ανέργους, τους περιστασιακά εργαζόμενους και τους χαμηλόμισθους εργαζομένους, καθώς επίσης και τους φτωχούς συνταξιούχους. Αυτός είναι ο λόγος που η τάση αυτή αγκαλιάστηκε τόσο από το Κομμουνιστικό Κόμμα (που είναι ενάντια στην καπιταλιστική οικονομική παγκοσμιοποίηση που σήμανε η ένταξη της Ρωσίας στη ΝΔΤ) όσο και από την Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία (η οποία είναι κατά της πολιτιστικής ομογενοποίησης που συνεπάγεται η παγκοσμιοποίηση). Το Εθνικό Απελευθερωτικό Κίνημα υπό τον Evgeny Fedorov[5] και το κίνημα της Ευρασίας, που ιδρύθηκε από τον Αλεξάντρ Ντούγκιν[6] και άλλους, είναι μόνο δύο από τις κύριες πολιτικές εκφράσεις αυτού του άτυπου μετώπου.
Όσον αφορά, δεύτερον, τους «παγκοσμιοποιητές», δηλαδή εκείνους που δεν αμφισβητούν την παγκοσμιοποίηση και την οικονομική σημασία της ΝΔΤ σε αυτούς κυριαρχούν οι οικονομικοί ολιγάρχες. Μολονότι οι ολιγάρχες δεν μπορούν να ασκήσουν στη Ρωσία τον ίδιο πολιτικό έλεγχο, με αυτόν που ασκούν οι Υπερεθνικές/Πολυεθνικές Επιχειρήσεις στη Δύση, οι οποίες ελέγχουν τις πολιτικές ελίτ, εντούτοις εξακολουθούν να ασκούν σημαντική πολιτική εξουσία, μέσω του άμεσου ή έμμεσου ελέγχου που ασκούν οι οικονομικοί ολιγάρχες πάνω στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και στα πανεπιστημιακά ιδρύματα, καθώς και μέσω της επιρροής που έχουν στην ανώτερη μεσαία τάξη. Δηλαδή, την τάξη που έχει δημιουργηθεί στα μεγάλα αστικά κέντρα όπως η Μόσχα και η Αγία Πετρούπολη κατά τη διάρκεια της περιόδου του μεγάλου «μπουμ» στην οικονομία, ως αποτέλεσμα της σχετικά υψηλής τιμής του πετρελαίου κατά την τελευταία περίπου δεκαετία. Οι παγκοσμιοποιητές έχουν ως στόχο την πληρέστερη ενσωμάτωση της Ρωσίας στη ΝΔΤ, αν και ορισμένοι από αυτούς πιστεύουν λανθασμένα ότι αυτό θα μπορούσε να γίνει στη βάση ισοτιμίας με τα άλλα μέλη της Υ/Ε. Έτσι, αν και φαίνεται ότι η συντριπτική πλειοψηφία του ρωσικού λαού είναι υπέρ των πατριωτών / εθνικιστών (κάτι που θα μπορούσε επίσης να εξηγήσει την τεράστια αύξηση στη δημοτικότητα του Πούτιν μετά από την επανένταξη της Κριμαίας στη Ρωσία), ο έλεγχος της εξουσίας από τους παγκοσμιοποιητές εντός της ρωσικής ελίτ φαίνεται να είναι σχεδόν συντριπτικός.
Ο σημερινός πρωθυπουργός Ντμίτρι Μεντβέντεφ φαίνεται να ηγείται της πολιτικής έκφρασης των παγκοσμιοποιητών, αν και οι περισσότεροι στην πολιτική ηγεσία (καθώς και οι ηγεσίες στην οικονομία και στα μέσα ενημέρωσης) φαίνεται να ανήκουν σε αυτό το τμήμα της ρωσικής ελίτ, ενώ ο Πούτιν φαίνεται να επιχειρεί να συμβιβάσει τις δύο πτέρυγες κάτω από τη σημαία μιας «Ενωμένης Ρωσίας», όπως είναι επίσης το όνομα του κυβερνώντος κόμματος στη Ρωσία, με πρόεδρο τον Πούτιν (2008-12. Στη συνέχεια ο Πούτιν συμμετείχε στη δημιουργία του «Παν-Ρωσικού Λαϊκού Μετώπου» (ONF) του οποίου εξελέγη αρχηγός στο εναρκτήριο συνέδριο του Ιουνίου του 2013.[7] Απομένει να δούμε εάν αυτό το νέο κίνημα θα μπορούσε να αναπτυχθεί ως το διάδοχο κόμμα του «Ενωμένη Ρωσία», δηλαδή ως ένα ευρύ κόμμα που να ενώνει τις δύο κύριες παρατάξεις της ρωσικής ελίτ, ή αν αντίθετα θα αναπτυχθεί ως η κύρια πολιτική έκφραση του σημερινού άτυπου Πατριωτικού Μετώπου, —κάτι που θα καθοριστεί φυσικά από την έκβαση της σημερινής πάλης στο εσωτερικό της ρωσικής ελίτ.
Είναι, ωστόσο, σαφές ότι εάν το άτυπο Πατριωτικό Μέτωπο δεν καταφέρει να επιβάλει τη βούλησή του πάνω στο «παγκοσμιοποιητικό» τμήμα της ρωσικής ελίτ, οι σημερινές δίδυμες κρίσεις που αφορούν τη Ρωσία, δηλαδή η ουκρανική κρίση και η συριακή κρίση, θα καθορίσουν το μέλλον της Ρωσίας, είτε ως δευτερεύον μέλος της Υ/Ε, είτε ως επικεφαλής μιας εναλλακτικής παγκόσμιας τάξης κυρίαρχων κρατών. Και όχι μόνο: Θα καθορίσουν επίσης την τύχη της Ευρασιατικής Ένωσης (EEU) της ίδιας. Με άλλα λόγια, είναι το αποτέλεσμα αυτής της πάλης που θα καθορίσει αν η Ευρασιατική Ένωση θα γίνει απλώς ένα συμπλήρωμα της ΝΔΤ (όπως για παράδειγμα θα επιθυμούσαν οι γερμανικές ελίτ και οι Δυτικοί Αριστεροί παγκοσμιοποιητές[8]), ή, αντ’αυτού, η βάση για μια εναλλακτική δημοκρατική παγκόσμια τάξη κυρίαρχων εθνών. Στην περίπτωση, για παράδειγμα, που υλοποιηθεί η συμφωνία του Μινσκ για «Φινλανδοποίηση» της Ουκρανίας, με κάποιο είδος πολιτικής αυτονομίας που θα χορηγηθεί στην Ανατολική Ουκρανία, ως τμήμα μιας Ουκρανίας πλήρως ενταγμένης στην ΕΕ (αλλά όχι και στο ΝΑΤΟ) και, ομοίως, σε περίπτωση που η συριακή σύγκρουση οδηγήσει σε διαπραγματεύσεις με την Υ/Ε, για μια μεταβατική διαδικασία που θα οδηγήσει τελικά στην «εθελοντική» διάλυση του καθεστώτος Μπάαθ (αντί της καταστροφικής βίαιης διάλυσης του καθεστώτος Μπάαθ, που έλαβε χώρα μετά την εισβολή και κατοχή του Ιράκ από τις ΗΠΑ), τότε θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι αυτό θα ήταν το πρώτο βήμα προς την «εξομάλυνση» των σχέσεων μεταξύ της Ρωσίας και της Υ/Ε. Αυτο θα μπορούσε κάλλιστα να ακολουθηθεί από τη δημιουργία μιας τεράστιας ζώνης ελεύθερου εμπορίου που θα μπορούσε να περιλαμβάνει την Ευρασιατική Ένωση αλλά και την ΕΕ, σηματοδοτωντας την πλήρη ενσωμάτωση της Ρωσίας στη ΝΔΤ, όπως θέλει επίσης το παγκοσμιοποιητικό τμήμα της ελίτ της. Ιδιαίτερα ενδεικτικό των απόψεων των παγκοσμιοποιητών είναι ένα πρόσφατο άρθρο του Δρ Alexander Yakovenko, Ρώσου Πρέσβη στο Ηνωμένο Βασίλειο και πρώην αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών (2005-2011), ο οποίος, γράφοντας στο RT, την ίδια στιγμή που η επίθεση της Υ/Ε κατά της Ρωσίας έφθανε στο αποκορύφωμά της, τόνιζε ότι η Ρωσία δεν είχε πρόβλημα με την ένταξη της Ουκρανίας στη ΝΔΤ μέσω της ΕΕ, αλλά μόνο με τις ΗΠΑ, οι οποίες προσπαθούν να κρατήσουν τη Ρωσία μακριά από τη Γερμανία![9]
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή η διάσπαση στο εσωτερικό της ρωσικής ελίτ έχει ήδη οδηγήσει σε ορισμένες σοβαρές αντιφάσεις στην εξωτερική πολιτική της Ρωσίας, πρώτα σε σχέση με τη Λιβύη και, στη συνέχεια, σε σχέση με την Ουκρανία. Όσον αφορά την πρώτη, το αποτέλεσμα αυτής της διαίρεσης – η οποία έγινε δημόσια εκείνη την εποχή – ήταν ότι η Ρωσία στην πραγματικότητα επέτρεψε στην Υ/Ε να καταστρέψει ένα από τα δύο εναπομείναντα αραβικά καθεστώτα (μετά την καταστροφή του ιρακινού καθεστώτος Μπάαθ) που βασίζονταν σε εθνικο-απελευθερωτικά κινήματα, δηλαδή τη Λιβύη. 

Το άλλο παρόμοιο Αραβικό καθεστώς της Συρίας, (η οποία εξακολουθεί να κυβερνάται από το Μπααθικό κόμμα) βρίσκεται στα πρόθυρα της καταστροφής, αν και η επίθεση της Υ/Ε εναντίον της απετράπη την τελευταία στιγμή το 2013, όταν, μέσω της ρωσικής παρέμβασης, το καθεστώς Άσαντ συναίνεσε στην καταστροφή των χημικών όπλων του. Ωστόσο, αυτό αποδείχθηκε τελικά μια προσωρινή αναστολή της επίθεσης, αφού η Υ/Ε ποτέ δεν εγκατέλειψε το στόχο της αλλαγής του καθεστώτος, είτε στρατιωτικά είτε διπλωματικά, ή με συνδυασμό και των δύο. Ομοίως, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι ήταν ίσως η ίδια διαίρεση που εμπόδισε τη Ρωσία να αρνηθεί να αναγνωρίσει – άμεσα ή έμμεσα – το παράνομο καθεστώς που εγκαταστάθηκε στην Ουκρανία, μετά το «πραξικόπημα από τα κάτω», που οργανώθηκε και χρηματοδοτήθηκε από την Υ/Ε. Αυτό έχει οδηγήσει στην επιτυχή ένταξη της Ουκρανίας στην ΝΔΤ και την επακόλουθη «νόμιμη» σφαγή του λαού της Ανατολικής Ουκρανίας, η οποία ξεκίνησε μια ηρωική πάλη ενάντια στην κατοχή της χούντας και υπέρ της αυτοδιάθεσης της – κάτι που αμέσως βαπτίσθηκε από το Οργουελικό «Υπουργείο Ειρήνης» (δηλαδή το ΝΑΤΟ κ.λπ.) ως «τρομοκρατία»!
Ωστόσο, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι ήταν η αποτυχία αυτής της «υποχωρητικής» προσέγγισης, τόσο σε σχέση με τη Λιβύη όσο και την Ουκρανία, η οποία προφανώς προωθείται από το παγκοσμιοποιητικό τμήμα της ρωσικής ελίτ, που οδήγησε τον Πούτιν να υιοθετήσει για πρώτη φορά μια πιο επιθετική πολιτική έναντι της Ουκρανίας, όπως εκφράστηκε με την επανένταξη της Κριμαίας στη Ρωσία και, στη συνέχεια, έναντι της Συρίας, η οποία οδήγησε τον περασμένο μήνα στη ρωσική στρατιωτική επέμβαση στη Συρία. Και τις δύο αυτές πολιτικές τις αποδέχτηκε με ενθουσιασμό το άτυπο Λαϊκό Μέτωπο που ανέφερα παραπάνω, όπως φάνηκε από την εκτίναξη της δημοτικότητας του Πούτιν σε πάνω από 80 τοις εκατό μετά από την Κριμαία και πάνω από το 90 τοις εκατό μετά την επέμβαση στη Συρία.
Δεν χρειάζεται να προσθέσω ότι οι «μαρξιστές της συμφοράς», οι οποίοι δεν έχουν πάρει μυρωδιά για τις σεισμικές αλλαγές που επέφερε το νέο συστημικό φαινόμενο της εμφάνισης, και στη συνέχεια κυριαρχίας, των πολυεθνικών εταιρειών τα τελευταία τριάντα χρόνια περίπου και της συνακόλουθης νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, εξακολουθούν να μιλούν για ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις. Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη στάση υπέρ της Ευρασιατικής Ένωσης που υιοθετείται εύστοχα τόσο από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας όσο και το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ουκρανίας.[10] Προφανώς, οι δύο ιμπεριαλισμοί στους οποίους αναφέρονται οι παλαιολιθικοί μαρξιστές είναι, από τη μία πλευρά, ο ιμπεριαλισμός της Υ/Ε και όλων των συνεργατών και προτεκτοράτων της (η λεγόμενη «διεθνής κοινότητα») και, αφετέρου, ο «ιμπεριαλισμός» της Ρωσικής Ομοσπονδίας, η οποία όμως ούτε έχει εμπλακεί ποτέ η ίδια σε ιμπεριαλιστικό πόλεμο, ούτε ελέγχει οποιεσδήποτε σημαντικές πολυεθνικές!
Το σχέδιο της υπερεθνικής ελίτ πριν από τη ρωσική επέμβαση στη Συρία
Όπως είναι γνωστό, ήταν τα καθεστώτα του Κόλπου, τα οποία, με την αποφασιστική βοήθεια της Υ/Ε, κυριολεκτικά σφαγίασαν τους λαούς του Ιράκ, της Λιβύης και, τέλος, της Συρίας, προκειμένου να καταστρέψουν τα τελευταία κράτη που βασίζονται σε εθνικο-απελευθερωτικά κινήματα, που αρνήθηκαν να ενταχθούν στην Νέα Διεθνή Τάξη (NΔΤ) της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Οι τζιχαντιστές της ISIS ήταν βέβαια εκείνη την εποχή οι «δικοί μας σκύλας γιοί» (για να θυμηθούμε την απεχθή φράση του Λίντον Τζόνσον για τους εγκληματίες που χρησιμοποιούνται από τις ΗΠΑ εναντίον των εθνικο-απελευθερωτικών κινημάτων), δηλαδή τα «παιδιά της Υ/Ε» και των καθεστώτων του Κόλπου. Ωστόσο, από τη στιγμή που οι τζιχαντιστές της ISIS άρχισαν να επιτίθενται στα όργανα της Υ/Ε και των κρατών του Κόλπου στη Συρία (τους Νατοϊκούς «επαναστάτες», δηλαδή τον Ελεύθερο Συριακό Στρατό, κ.λπ.) και το Ιράκ (τους Κούρδους στο Βόρειο Ιράκ), αμέσως αποπέμφθηκαν από τους χορηγούς τους και τους στρατιωτικούς εκπαιδευτές τους.[11]
Ως εκ τούτου, τη στιγμή που το καλοκαίρι του 2014 ελήφθη η απόφαση από την Υ/Ε να συνθλίψει την ISIS, τέθηκε σε πλήρη κίνηση η μηχανή μαζικής προπαγάνδας των ελεγχόμενων από την Υ/Ε μέσων ενημέρωσης παγκοσμίως εναντίον των «τρομοκρατών του απόλυτου κακού», τους οποίους βλέπαμε κάθε βράδυ στις τηλεοπτικές οθόνες στη Δύση να αποκεφαλίζουν δυτικούς δημοσιογράφους και άλλους. Συνεπώς είναι σαφές ότι ο στόχος της μαζικής προπαγάνδας εναντίον της ISIS δεν ήταν μόνο να αυξηθεί το κύμα της ισλαμοφοβίας, ως αντίβαρο στο μαζικό κύμα αντι-Σιωνισμού που δημιουργήθηκε από την πολύ μεγαλύτερη σφαγή στη Γάζα που συνεχιζόταν μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή, αλλά και να προετοιμάσει το έδαφος για τη νέα καμπάνια. Ήταν ουσιαστικά για αυτόν ακριβώς το λόγο που η Υ/Ε χρησιμοποιούσε τους τζιχαντιστές τόσο στη Λιβύη όσο και τη Συρία. Η άγρια ​​τρομοκρατία που εξαπέλυσαν οι αδίστακτοι τζιχαντιστές εναντίον των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων τόσο Λιβύη και τη Συρία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ανατροπή του Καντάφι και στη διάλυση μεγάλου μέρους του καθεστώτος Άσαντ. Η τρομοκρατία, μαζί με τους βάρβαρους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ, πέτυχαν την καταστροφή αυτών των χωρών και τη μετατροπή τους σε «αποτυχημένα κράτη» (failed states), έστω και αν η αλλαγή καθεστώτος, χωρίς τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ, δεν έχει επιτευχθεί ακόμη στη Συρία. Στην πραγματικότητα, η μετατροπή αυτή σε αποτυχημένα κράτη είναι μόνο το προκαταρκτικό στάδιο στη διαδικασία της πλήρους ένταξης μιας χώρας στην ΝΔΤ, ακόμη και αν η Υ/Ε χρειαστεί να αναλάβει περαιτέρω δράση στο μέλλον για να ολοκληρωθεί η διαδικασία ενσωμάτωσης – όπως έχουν ήδη ζητήσει μέλη της Υ/Ε, όπως η Γαλλία. Ωστόσο, η διαδικασία αυτή είναι πλήρως ακατανόητη στην Παλαιολιθική μαρξιστική Αριστερά, η οποία προσπαθεί να ερμηνεύσει αυτό που συμβαίνει σήμερα με τη χρήση των παρωχημένων εργαλείων του ιμπεριαλισμού και των αυτοκρατοριών, χωρίς να έχει την παραμικρή ιδέα για την τεράστια σημασία της ανάδυσης ενός νέου συστημικού φαινομένου, αυτό της ανόδου των πολυεθνικών επιχειρήσεων, οι οποίες ουσιαστικά διαχειρίζονται την ΝΔΤ της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.[12]
Η αφορμή για την έναρξη της εκστρατείας μαζικής ενημέρωσης δόθηκε με τους τηλεοπτικούς αποκεφαλισμούς δυτικών πολιτών από τζιχαντιστές της ISIS, ενώ την ίδια στιγμή, τα ίδια ΜΜΕ απέκρυπταν το γεγονός ότι οι αποκεφαλισμοί είναι κοινή ποινή στη π.χ. Σαουδική Αραβία, ένα από τα ισχυρότερα και πιο εγκληματικά προτεκτοράτα της υπερεθνικής ελίτ (Υ/Ε). Ωστόσο, η πρακτική αυτή δεν προκάλεσε σε καμία Δυτική ΜΚΟ που υπερασπίζεται τα «ανθρώπινα δικαιώματα» την ανάγκη να απαιτήσει από την υπερεθνική ελίτ να τιμωρήσει τους εγκληματικούς εμίρηδες στη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ, όπως παρόμοιες ΜΚΟ έκαναν εύκολα για τους εχθρούς της Υ/Ε (Σαντάμ, Καντάφι, Άσαντ κ.λπ.).
Είναι, επομένως, σαφές ότι η υστερία που δημιουργήθηκε σχετικά με την ISIS διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην προετοιμασία της «διεθνούς κοινότητας» για μια νέα σφαγή, που βρίσκεται στο στάδιο προετοιμασίας στη Μέση Ανατολή, για την ολοκλήρωση των στόχων της Υ/Ε να ενσωματώσει πλήρως ολόκληρη την περιοχή στη ΝΔΤ. Υπό την έννοια αυτή, η υστερία που ακολούθησε την 9/11 ήταν απλά το πρώτο στάδιο αυτής της τεράστιας εκστρατείας, που είχε στόχο να δημιουργήσει μια σειρά από αποτυχημένα κράτη (Ιράκ, Λιβύη, Συρία, Αφγανιστάν), ενώ η εκστρατεία εναντίον της ISIS είναι απλά το δεύτερο στάδιο της ίδιας καμπάνιας με στόχο το «ξεκαθάρισμα» και την εδραίωση της εξουσίας της Υ/Ε σε αυτή την, κρίσιμη για τους οικονομικούς και γεωστρατηγικούς στόχους της, περιοχή.
Το σχέδιο της Υ/Ε, συνεπώς, πριν από τη ρωσική επέμβαση ήταν, αφενός, να επιτεθεί στην ISIS, όταν αυτή έστρεψε τα πυρά της εναντίον ανταρτικών ομάδων που υποστηρίζονται από την Υ/Ε, συμπεριλαμβανομένων των φιλο-δυτικών ανάμεσα στις κουρδικές ομάδες, και από την άλλη να στηρίξει έμμεσα (με το να μην τους επιτίθεται) τις ομάδες της ISIS που κατέστρεφαν τον συριακό στρατό και τις συριακές υποδομές. Ο στόχος ήταν η διείσδυση εντός εκτενών περιοχών της Συρίας και η κατοχή τους από στοιχεία εχθρικά προς το Μπααθικό καθεστώς στη Δαμασκό, το οποίο τελικά δεν θα είχε καμία άλλη επιλογή παρά να παραδοθεί ουσιαστικά μέσω κάποιου είδους διαπραγματεύσεων που θα του επιβληθεί ντε φάκτο από τα «γεγονότα στο έδαφος» ή, εναλλακτικά, το να αφήσει τη χώρα να γίνει ένα αποτυχημένο κράτος που θα μπορούσε εύκολα να διαιρεθεί μεταξύ των Κούρδων στο Βορρά και των ισλαμιστών στο Νότο. Στην πραγματικότητα, λίγο πριν από τη ρωσική επέμβαση τον Οκτώβριο, η κατάσταση στη Συρία έχει φτάσει σε αυτό ακριβώς το στάδιο, όπως ενημέρωναν τους Ρώσους οι Ιρανοί, ένας πιστός σύμμαχος του Μπααθικού καθεστώτος, (καθώς και τα δύο καθεστώτα μοιράζονται τον ίδιο στόχο της διατήρησης της εθνικής τους κυριαρχίας).
Στην πραγματικότητα, ένα πρόσφατο ρεπορτάζ της Washington Post καθιστούσε αυτό το σχέδιο σαφές. Ιδού πώς εξήγησε και δικαιολόγησε τη στρατηγική του Ομπάμα:
«Υπάρχει και πάντα υπήρχε μία στρατηγική. Υπήρχε από το 2011 για τον τερματισμό του καθεστώτος του προέδρου της Συρίας Μπασάρ αλ-Άσαντ, κυρίως μέσω διπλωματικών και όχι στρατιωτικών μέσων … Η νίκη επί του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία, σύμφωνα με τη στρατηγική του Ομπάμα, στηρίζεται στη δυνατότητα των τοπικών συριακών δυνάμεων [εννοεί τους Νατοϊκούς αντάρτες] όχι μόνο να κερδίσουν τους μαχητές του Ισλαμικού Κράτους, αλλά να κρατήσουν απελευθερωμένα εδάφη έως ότου να μπορεί να αναλάβει μια νέα κεντρική κυβέρνηση (η υπογράμμιση δική μου), με έδρα στη Δαμασκό.»[13]
 Η σημασία της ρωσικής επέμβασης στη Συρία
Ωστόσο, ολόκληρο το παραπάνω δυτικό σχέδιο αποδομήθηκε και ουσιαστικά εξουδετερώθηκε με τη ρωσική στρατιωτική επέμβαση στη Συρία τον περασμένο μήνα. Η άκρως επιτυχημένη ρωσική αεροπορική εκστρατεία, η οποία συντονίστηκε με αντίστοιχη εκστρατεία στο έδαφος από τον συριακό στρατό, όχι μόνο κατάφερε να σταματήσει κάθε περαιτέρω προέλαση της ISIS και των άλλων αντι-Άσαντ στρατιωτικών ομάδων που εξοπλίζονταν και χρηματοδοτούνταν από την Υ/Ε και τις χώρες του Κόλπου, αλλά ακόμη και να τις εξαναγκάσει να υποχωρήσουν προς τα τουρκικά σύνορα. Αυτό δημιούργησε μια άλλη επιπλοκή για την Υ/Ε, καθώς οδήγησε την Τουρκία να στραφεί εναντίον του δυτικού σχεδίου. Ωστόσο, η Τουρκία παρείχε άμεση ή έμμεση στήριξη στην εκστρατεία εναντίον του Μπααθικού καθεστώτος, με την προϋπόθεση ότι θα πρέπει να εγκαταλειφθεί κάθε ιδέα για ένα Κουρδιστάν στα σύνορα της (που θα αποτελείται από Ιρακινούς, Σύριους και Τούρκους Κούρδους). Ωστόσο, ένας μακροπρόθεσμος στόχος της Υ/Ε φαίνεται να είναι ένα νέο προτεκτοράτο της στην περιοχή, με τη μορφή ενός νέου Κουρδικού κράτους, για την πλήρη ενσωμάτωση της Μέσης Ανατολής στη ΝΔΤ, μετά τη διάλυση των Μπααθικών καθεστώτων στο Ιράκ και τη Συρία και του καθεστώτος Καντάφι στη Λιβύη –δηλαδή και τα τρία καθεστώτα που είχαν προκύψει από εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα (όπως ήταν και η περίπτωση του ιρανικού καθεστώτος), τα οποία ήταν προφανώς περιττά (αν όχι επικίνδυνα) στην εποχή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και έπρεπε, ως εκ τούτου, να καταστραφούν.
Ήταν η ρωσική επέμβαση η οποία εξανάγκασε σε αλλαγή τακτικής την Υ/Ε – όπως αυτή εκφράζεται, από στρατιωτικής άποψης, από την αμερικανική ελίτ. Έτσι, μετά τη διάσκεψη της Βιέννης για τη Συρία, το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ υιοθέτησε μια νέα προσέγγιση, που θα περιλάμβανε «μπότες στο έδαφος» (boots on the ground), δηλαδή την αποστολή χερσαίων δυνάμεων -ακόμα και αν ο αριθμός τους είναι περιορισμένος στο πρώτο στάδιο. Όπως το ίδιο ρεπορτάζ της Washington Post περιγράφει αυτή τη νέα προσέγγιση:
«Η νέα προσέγγιση απαιτεί λιγότερα από 50 μέλη των ομάδων ειδικών αποστολών που πρόκειται να αποσταλούν τον επόμενο μήνα από τις ΗΠΑ στη βόρεια Συρία για να στηρίξουν επιλεγμένες δυνάμεις Κούρδων της Συρίας, Τουρκμένων και Σύριων Αράβων που μάχονται στην περιοχή … Για το άμεσο μέλλον, το νεοαποσταλθέν προσωπικό των ΗΠΑ δεν θα κάνει κοινές επιχειρήσεις με τις εν λόγω ομάδες της Συρίας, ούτε θα λειτουργήσουν ως “ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας” για την καθοδήγηση των πολεμικών αεροσκαφών των ΗΠΑ και του συνασπισμού προς τους στόχους τους. Βρίσκονται εκεί για “να συνεργαστούν με τις μονάδες που είναι εκεί και αγωνίζονται ενάντια στην ISIL [το Ισλαμικό Κράτος] και να δουν τι άλλο είναι δυνατόν”, δήλωσε ο αξιωματούχος του Πενταγώνου.»
Με άλλα λόγια, όπως τόνισε ο Walter Pincus, «η πόρτα παραμένει ανοικτή για την αποστολή περισσότερων αμερικανικών στρατευμάτων στη Συρία, ανάλογα με το τι θα συμβεί τους επόμενους μήνες»,[14] ή όπως το έθεσε ο Tony Cartalucci, «η πρωτοβουλία έχει ως στόχο να χρησιμοποιηθεί το λεγόμενο Ισλαμικό Κράτος (ISIS / ISIL) ως πρόσχημα για εισβολή και κατάληψη Συριακού εδάφους». Η ιδέα είναι, όπως εξήγησε, « να βοηθήσει τα μετριοπαθή στοιχεία να εγκαταστήσουν αξιόπιστες ζώνες ασφαλείας εντός της Συρίας τη στιγμή που θα είναι σε θέση να το κάνουν. Προς υποστήριξη τους θα μπορούσαν να δράσουν Αμερικάνικες, καθώς και Σαουδαραβικές, τουρκικές, βρετανικές, Ιορδανικές και άλλες αραβικές δυνάμεις, όχι μόνο από αέρος, αλλά τελικά και στο έδαφος, μέσω της παρουσίας των Ειδικών Δυνάμεων.» [15] Προφανώς, ο στόχος της νέας στρατηγικής είναι ο ίδιος όπως πριν: να αναγκάσει το συριακό καθεστώς να δεχτεί διαπραγματεύσεις με τους αντιπάλους του, με στόχο τη μετάβαση σε ένα μη-Μπααθικό καθεστώτος, ίσως με διασφαλίσειςπου θα εξασφαλίζουν την παρουσία της ρωσικής βάσης στη Συρία και υποσχέσεις «στο παρασκήνιο» για την άρση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας και της επανένταξη της στην Υ/Ε ως πρόσθετο μέλος της ομάδας G7. Είναι σαφές ότι η αποδοχή μιας τέτοιας συμβιβαστική λύσης από τη ρωσική πλευρά θα εξαρτηθεί από την έκβαση της εσωτερικής πάλης μεταξύ των «εθνικιστών» και των παγκοσμιοποιητών στο εσωτερικό της ρωσικής ελίτ. Οι τελευταίοι, σε αντίθεση με τους πρώτους, δεν θα έχουν καμία αντίρρηση για έναν τέτοιο συμβιβασμό.
Επιστροφή στην κατάρριψη του ρωσικού αεροπλάνου

Λαμβάνοντας υπόψη την ανωτέρω ανάλυση, είναι προφανές ότι σε περίπτωση που η κατάρριψη του αεροπλάνου ήταν αποτέλεσμα τρομοκρατικής ενέργειας, ο στόχος ήταν να επιτεθεί στο ρωσικό κοινό, δηλαδή να τρομοκρατήσει ένα σημαντικό μέρος της μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού, το οποίο προς το παρόν υποστηρίζει τον Πούτιν και το εθνικιστικό τμήμα της ελίτ στη στρατιωτική εκστρατεία τους στη Συρία. Σε αυτή την περίπτωση υπάρχουν δύο κύρια πιθανά σενάρια:
α) Εάν οι «παγκοσμιοποιητές» επικρατήσουν στη ρωσική ελίτ, δεν θα μάθουμε ποτέ την αλήθεια για την πραγματική αιτία της πτώσης του αεροπλάνου, και – σε περίπτωση τρομοκρατικής ενέργειας— ποιος την έχει εκτελέσει και ιδιαίτερα ποιος την υποκίνησε, καθώς και οι δύο κύριοι εμπλεκόμενοι (Αίγυπτος και η Ρωσία) θα έχουν κάθε λόγο να το αποκρύψουν. Μια ένδειξη της συγκάλυψης θα είναι μια συμφωνία συμβιβασμού μεταξύ της Ρωσίας και της Υ/Ε τόσο για τη Συρία όσο και την Ουκρανία, η οποία θα ακολουθούσε αμέσως μετά.
β) Από την άλλη πλευρά, αν επικρατήσουν οι «εθνικιστές» στη ρωσική ελίτ, τότε η Ρωσία θα χρεώσει στην ISIS την εκτέλεση του εγκλήματος, αν και είναι απίθανο η ρωσική ελίτ να φτάσει στο σημείο να κατηγορήσει άμεσα την Υ/Ε ως υποκινητή, προκειμένου να αποφύγει μια άμεση σύγκρουση με αυτή, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε απρόβλεπτες συνέπειες.
Είτε έτσι είτε αλλιώς, εξαιρώντας την περίπτωση ενός αδιαμφισβήτητου δυστυχήματος, οι επόμενοι μήνες, αν όχι εβδομάδες, θα είναι ζωτικής σημασίας, προκειμένου να καταδειχθεί αν η Ρωσία και η Ευρασιατική Ένωση θα οδηγήσουν σε μια παγκόσμια πάλη για την εθνική κυριαρχία, ή εάν αντίθετα θα αφομοιωθούν από τη Νέα Διεθνή Τάξη ως κατώτερα μέλη της υπερεθνικής ελίτ. Όπως το έθεσε ο Paul Craig Roberts σε ένα παρόμοιο πλαίσιο:
«Πρόκειται για μια προσπάθεια να αποδυναμώσουν τη Ρωσία, να απειλήσουν τη Ρωσία, να την κάνουν να υπαναχωρήσει από την αντίστασή της ενάντια στην αμερικανική ηγεμονία ανά τον κόσμο.»[16]
Υ.Γ. 07/11/2015
Η ρωσική ελίτ σήμερα, σε μια πολύ σημαντική μεταστροφή, μόλις μια ημέρα ύστερα από την οποία Ρώσοι πολιτικοί και μέσα ενημέρωσης επέπλητταν τη Βρετανία για την διακοπή των πτήσεων προς το Σαρμ ελ-Σέιχ, στη βάση υποψιών ότι το ρωσικό Airbus καταρρίφτηκε από βόμβα εντός του αεροσκάφους, διέταξε να σταματήσουν όλες οι πτήσεις προς και από την Αίγυπτο, προφανώς στη βάση ισχυρών ενδείξεων που δείχνουν βομβιστική επίθεση. Το εάν η Ρωσία το γνώριζε αυτό από την αρχή, αλλά το παγκοσμιοποιητικό τμήμα της ελίτ της επικράτησε επί του εθνικιστικού τμήματος της στην απόκρυψη των αποδείξεων, και τώρα αναγκάστηκε να υποχωρήσει από τα συντριπτικά αποδεικτικά στοιχεία που βγαίνουν στον αέρα, είναι κάτι που είναι ασαφές αυτή τη στιγμή. Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι κινούμαστε προς το δεύτερο από τα παραπάνω σενάρια, με απρόβλεπτες συνέπειες.

[1] Βλ. Τάκης Φωτόπουλος, “Πετρέλαιο, οικονομικός πόλεμος και αυτοδυναμία, πόρταλ «αντιπαγκοσμιοποίηση», 26/10/2015
[2] Nicola Smith and Mark Hookham, “Did Isis down Russian airliner, killing 224?” Sunday Times, 1/11/2015
[3] Charles Bremner, The Times, 5/11/2015.
[4] Τμήματα αυτού του κομματιού βασίζονται στο επερχόμενο βιβλίο του συγγραφέα, The New World Order in Action: War and economic violence, from the Middle East through Greece to Ukraine (Progressive Press, κεφ. 12).
[5] Βλ. λ.χ. Evgeny Fedorov, “The Russian revolution has begun”, Fort Russ, 5/3/2015,http://fortruss.blogspot.co.uk/2015/03/evgeny-fedorov-russian-revolution-has.html
[6] Βλ. λ.χ. Alexander Dugin, “The Multipolar World and the Postmodern”, Journal of Eurasian Affairs, 14/5/2014, http://www.eurasianaffairs.net/the-multipolar-world-and-the-postmodern/
[7] Steve Rosenberg, “Putin inaugurates new movement amid fresh protests”, BBC News, 12/6/2013, http://www.bbc.co.uk/news/world-europe-22879644
[8] Βλ. λ.χ. Pepe Escobar, “From Minsk to Wales, Germany is the key”, RT, 28/8/2014,http://rt.com/op-edge/183328-minsk-wales-germany-key/
[9] Alexander Yakovenko, ‘Which way to Europe and for Europe?’ RT, 14/4/2015, http://rt.com/op-edge/249657-ukraine-crisis-west-russia-relations/
[10] “Communists call for halt to cooperation with IMF”, KyivPost, 7/11/2011,http://www.kyivpost.com/content/politics/communists-call-for-halt-to-cooperation-with-imf-116420.html
[11] Βλ. Τάκης Φωτόπουλος, «Πώς η Υπερεθνική Ελίτ δημιούργησε την Ισλαμική τρομοκρατία»,πόρταλ «αντιπαγκοσμιοποίηση», 18/01/2015
[12] Βλ. λ.χ. James Petras, “The US and Global Wars: Empire or Vampire?”, Global Research, 11/9/2014, http://www.globalresearch.ca/the-us-and-global-wars-empire-or-vampire/5400953
[13] Walter Pincus, “Obama has strategy for Syria, but it faces major obstacles”, Washington Post,2/11/2015
[14] Στο ίδιο
[15] Tony Cartalucci, “Post Confirms: ISIS Supplied Via Turkey, a US Excuse to Seize Syria”, Land Destroyer, 3/11/2015, http://landdestroyer.blogspot.co.uk/2015/11/washington-post-confirms-isis-supplied.html
[16] Soros’s ‘European values’ mean losing your national identity – Paul Craig Roberts , RT, 4/11/2015, https://www.rt.com/op-edge/320747-soros-european-values-orban/
πηγή: antipagkosmiopoihsh.gr 

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2015

Κακό του κεφαλιού σας.

Του Σταύρου Κατσούλη


Πολλοί περί πολλών τυρβάζουν πολύ.
Όμως, αυτός που τυρβάζει περί πολλών πολύ, χάνεται στην απραξία και βρίσκεται καθ οδόν προς την απόλυτη εντροπία.

Η αλλαγή που έρχεται, είναι παγκόσμια, διαπερνά και κατατροπώνει βίαια, τάξεις, φυλές κι εθνότητες, θρησκείες, ιδεολογίες, χώρες και σύνορα, γιατί οι ενορχηστρωτές της, σκέπτονται και βλέπουν τον κόσμο πλανητικά.

Έχει παρατηρηθεί γενικά, ότι τα νερά της ιστορίας έσπασαν εδώ και καιρό τώρα.
Κι έχει παρατηρηθεί εμπειρικά, ότι ακόμη πιστεύετε ότι θα είστε η εξαίρεση, ότι θ' αποφύγετε αυτά που θα επακολουθήσουν.

Κακό του κεφαλιού σας.

Έχει παρατηρηθεί γενικά, ότι τα μεγάλα προβλήματα απαιτούν δυναμικές λύσεις.
Κι έχει παρατηρηθεί, το πόσο θεαματικά μετριοπαθείς είναι οι αντιδράσεις σας.

Κακό του κεφαλιού σας.

Έχει παρατηρηθεί γενικά, ότι το αίμα τρέχει ήδη ζεστό κι ολόγυρα ο θάνατος σαρώνει τα πάντα.
Κι έχει παρατηρηθεί, ότι νομίζετε ότι το αίμα κι ο θάνατος του άλλου, δεν έχουν καμιά απολύτως σχέση με εσάς.

Κακό του κεφαλιού σας.

Έχει παρατηρηθεί γενικά, ότι εδώ και καιρό έχουμε μπει σε πολύ σκοτεινούς καιρούς.
Κι έχει παρατηρηθεί πρακτικά, ότι δεν σας ενδιαφέρει και πολύ...

Κακό του κεφαλιού σας.

Η ώρα που δεν θα υπάρχει ούτε καιρός για οργάνωση, ούτε μέσο για προετοιμασία κι ούτε μέρος στο οποίο θα μπορείτε να αποδράσετε, πλησιάζει.


Σ. Κ.

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015

Η δημοκρατία στα επαναστατικά κόμματα της εργατικής τάξης

του Δημήτρη Καλτσώνη*

Οι θεμελιωτές του μαρξισμού έθεταν ως πολιτικό στόχο της εργατικής τάξης την κοινωνική της απελευθέρωση και, μαζί, την απελευθέρωση της ανθρωπότητας από κάθε είδους εκμετάλλευση και καταπίεση. Τα βασικά συστατικά στοιχεία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο στόχο αυτό και που έπρεπε να είναι καρπός μιας κοινωνικής επανάστασης είναι δύο, διαλεκτικά δεμένα μεταξύ τους: η κοινωνικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής, έτσι ώστε να πάψει να λειτουργεί ο μηχανισμός εκμετάλλευσης και ιδιοποίησης της υπεραξίας, και μια νέου τύπου δημοκρατία.
Η νέου τύπου δημοκρατία θα έπρεπε να είναι πολύ πιο βαθιά και ουσιαστική από την τυπική αστική δημοκρατία ώστε να δίνει τη δυνατότητα στην εργατική τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα να διαχειρίζονται τις οικονομικές, πολιτικές και άλλες υποθέσεις τους. Το «πρότυπο» αυτής της νέου τύπου, εργατικής δημοκρατίας ο Μαρξ, ο Ένγκελς και ο Λένιν θεώρησαν ότι προέκυψε μέσα από την ίδια την ιστορική εμπειρία: ήταν η Παρισινή Κομμούνα και αργότερα τα σοβιέτ (συμβούλια).
Αυτό που χαρακτήριζε την Παρισινή Κομμούνα ήταν ότι έδινε τη δυνατότητα στην εργατική τάξη και το λαό να εκλέγει, ανακαλεί οποτεδήποτε, να ελέγχει ανά πάσα στιγμή, να εναλλάσσει τους αντιπροσώπους της και να μην τους δίνει περιθώρια αυτονόμησης καταργώντας κάθε προνόμιο και παρέχοντας μισθούς του ίδιου επιπέδου με ένα συνηθισμένο εργατικό μισθό[1].
Όπως είναι γνωστό, οι θεμελιωτές του μαρξισμού θεωρούσαν ότι η απελευθέρωση της εργατικής τάξης θα είναι έργο της ίδιας. Για το σκοπό αυτό απαιτείται επίσης η συγκρότηση επαναστατικών εργατικών κομμάτων που θα συσπειρώνουν το πιο μαχητικό, συνειδητοποιημένο τμήμα της.
Η ιστορική εμπειρία έδειξε ότι τα επαναστατικά – δημοκρατικά οργανωτικά χαρακτηριστικά των πρώτων εργατικών επαναστάσεων έτειναν να αποτελέσουν, σε ένα βαθμό τουλάχιστον, τα στοιχεία στα οποία βασίστηκε η οργάνωση των επαναστατικών κομμάτων της εργατικής τάξης[2]. Δεν υπάρχει βέβαια στον Μαρξ μια συνολική θεωρητική ανάλυση για το επαναστατικό κόμμα. Ο Λένιν αντιμετώπισε λίγο αργότερα στην πράξη πιο διεξοδικά το ζήτημα[3].
Γιατί δημοκρατικά οργανωμένα;
Γιατί τα επαναστατικά κόμματα έπρεπε να είναι δημοκρατικά οργανωμένα; Γιατί δεν αρκούσε η υποστήριξη μιας αποφασισμένης, πρωτοπόρας ηγεσίας; Πρώτο, γιατί κατά την αντίληψη των μαρξιστών η απελευθέρωση της εργατικής τάξης μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο αν είναι έργο της ίδιας και όχι κάποιων πεφωτισμένων ηγετών. Η σοσιαλιστική επανάσταση πρέπει να εκφράζει τη βούληση του υφιστάμενου την εκμετάλλευση και καταπίεση λαού να απελευθερωθεί. Το ίδιο και το επαναστατικό κόμμα πρέπει να εκφράζει τη βούληση των μελών του και την εθελοντική τους στράτευση στην υπόθεση της απελευθέρωσης της ανθρωπότητας. Άρα απαιτείται ουσιαστική δημοκρατία.
Δεύτερο, η χάραξη πολιτικής απαιτεί την επιστημονική ανάλυση της πραγματικότητας. Η επιστημονική ανάλυση (τόσο στις φυσικές όσο και στις κοινωνικές επιστήμες) είναι ατομική και συλλογική υπόθεση συνάμα. Για να είναι όσο το δυνατό πιο αποτελεσματική, απαιτεί τη συζήτηση, τη διασταύρωση των γνώσεων, των γνωμών, των εμπειριών[4]. Άρα είναι αναγκαία η πιο ουσιαστική δημοκρατική συμμετοχή των μελών του επαναστατικού κόμματος στη χάραξη πολιτικής. Το ίδιο χρειάζεται και για την εκτίμηση των αποτελεσμάτων της εφαρμογής της πολιτικής. Θεωρητική ανάλυση και κοινωνική – πολιτική πράξη βρίσκονται σε αδιάρρηκτη, στενή διαλεκτική σχέση.
Τρίτο, η συμμετοχή των μελών του επαναστατικού κόμματος στη χάραξη και εφαρμογή της πολιτικής αποτελεί μέθοδο ανόδου του επιπέδου γνώσης, κοινωνικής και πολιτικής συνειδητοποίησης. Όσο πιο ουσιαστικά συμμετέχουν τα μέλη ενός τέτοιου κόμματος στη χάραξη και στην εφαρμογή πολιτικής, τόσο περισσότερο βαθαίνει η γνώση τους για τον κόσμο και αντίστροφα όσο βαθαίνει το επίπεδο συνείδησης τόσο η συμμετοχή στις κομματικές και εν γένει πολιτικές διαδικασίες γίνεται πιο ουσιαστική. Έτσι, και η παρέμβασή τους στην κοινωνία καθίσταται πιο αποτελεσματική.
Τέταρτο, η όποια πρωτοπόρα ηγετική ομάδα ή πρόσωπο μπορεί κάλλιστα να βρεθεί ουραγός του κινήματος. Η συνείδηση δεν μένει στατική. Εξελίσσεται προς τη μια ή άλλη κατεύθυνση, μπροστά ή πίσω. Άρα υπάρχει πάντοτε η ανάγκη αποτελεσματικού ελέγχου από τη βάση ή και αντικατάστασης του συνόλου ή μέρους της ηγεσίας.
Τι είδους δημοκρατία
Τι είδους δημοκρατία έχουν ανάγκη τα επαναστατικά εργατικά κόμματα; Το βέβαιο είναι ότι δεν έχουν ανάγκη από μια αστικού, κοινοβουλευτικού τύπου δημοκρατία, όπου πίσω από την τυπική ισότητα των μελών θα κρύβεται η πραγματική ανισότητα. Το πρόβλημα είναι πως και στα εργατικά κόμματα υπάρχει ανισότητα ανάμεσα στα μέλη εξαιτίας της διαφορετικής κοινωνικο-οικονομική τους θέσης, του διαφορετικού μορφωτικού και πολιτιστικού επιπέδου, της διαφορετικής θέσης στον μηχανισμό του κόμματος άρα και στην πληροφόρηση κλπ.
Για να γίνει δυνατή η υπέρβαση των ανισοτήτων αυτών, στο βαθμό που είναι δυνατή, απαιτείται επίμονη προσπάθεια. Το εγχείρημα αυτό δυσκολεύεται από τις καπιταλιστικές κοινωνικές συνθήκες οι οποίες κάθε άλλο παρά επιτρέπουν την απρόσκοπτη και ουσιαστική συμμετοχή των εργατών στην πολιτική. Ακόμη και στις σοσιαλιστικές κοινωνίες, όπως αποδείχθηκε, η ιστορική κληρονομιά του καπιταλισμού αλλά και το γεγονός ότι ο κοινωνικός καταμερισμός εργασίας εξακολουθεί να υφίσταται, δρουν ανασταλτικά στην ουσιαστική συμμετοχή της εργατικής τάξης.
Άρα απαιτείται διαρκής, οργανωμένη, συστηματική προσπάθεια για να ξεπερνιούνται οι αντικειμενικές δυσκολίες. Για το λόγο αυτό ο Λένιν έδινε, για παράδειγμα, ιδιαίτερη σημασία στην άμεση δημοκρατία και στην άμεση συμμετοχή όλων των μελών του κόμματος στη χάραξη της πολιτικής και στη στενή σύνδεση της άμεσης με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία στο επαναστατικό κόμμα.
Η ουσία των μέτρων που πρόκρινε ήταν μέτρα τύπου Παρισινής Κομμούνας. Πρώτο, είχε ιδιαίτερη σημασία η εκλογή όλων των στελεχών. Όσοι αναλαμβάνουν ένα ρόλο στον καταμερισμό εργασίας του κόμματος πρέπει να έχουν την εξουσιοδότηση και έγκριση των μελών. Έτσι, ο Λένιν προέτασσε την πλήρη αιρετότητα και δημοσιότητα ως γενική αρχή. Η μόνη κάμψη της αρχής είναι δεκτή και επιβεβλημένη όταν το επαναστατικό κόμμα δρα σε συνθήκες παρανομίας[5].
Μια εκλογική διαδικασία μπορεί όμως να είναι απολύτως τυπική και προσχηματική, αν δεν εξασφαλίζονται μια σειρά συγκεκριμένοι όροι. Ιδιαίτερη σημασία έδινε στη δημοσιότητα όλων των απόψεων εντός του κόμματος[6]. Μόνο έτσι μπορούν τα μέλη να κρίνουν, να σχηματίσουν ολοκληρωμένη άποψη τόσο για την πολιτική κατάσταση όσο και για τις πολιτικές επιλογές και τα πρόσωπα ώστε η εκλογική κομματική διαδικασία «δεν θα είναι πια ζήτημα κουμπαριάς, φιλίας ή συνήθειας… αλλά ζήτημα συνειδητού καθορισμού από τα ίδια τα «κάτω στρώματα» (δηλ. απ’ όλα τα μέλη του κόμματος) της πολιτικής τους στάσης»[7]. Για να είναι ουσιαστική μια δημοκρατική διαδικασία, έχει ακόμη σημασία, εκτός από την αυτονόητη υποταγή της μειοψηφίας στην πλειοψηφία, να διασφαλίζονται και τα δικαιώματα της εκάστοτε μειοψηφίας[8].
Δεύτερο, οι συνθήκες ολόπλευρης ενημέρωσης και πληροφόρησης για τις διαφορετικές απόψεις και για τη στάση των ηγετών και στελεχών του κόμματος δίνουν τη δυνατότητα για την πραγματική άσκηση ελέγχου των μελών. Μόνο έτσι μπορεί η λογοδοσία των καθοδηγητικών οργάνων να είναι ουσιαστική και όχι προσχηματική και μόνο με τον τρόπο αυτό μπορούν τα μέλη να έχουν τη δυνατότητα ανάκλησης των αιρετών, όταν διαπιστώσουν ότι δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες. «Όλοι συμφωνήσαμε», έγραφε ο Λένιν, «με την αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, με την εξασφάλιση των δικαιωμάτων κάθε μειοψηφίας και κάθε νόμιμης αντιπολίτευσης, με την αυτονομία κάθε κομματικής οργάνωσης, με την αναγνώριση της αιρετότητας και των αρχών της λογοδοσίας και του ανακλητού όλων των υπεύθυνων προσώπων του κόμματος»[9].
Η ανακλητότητα όμως δεν σημαίνει απλώς την περιοδική δυνατότητα ανάκλησης των αιρετών κάθε ένα, δύο ή τέσσερα χρόνια. Για να έχει νόημα πρέπει να σημαίνει την πρακτική ευχέρεια των μελών και των οργανώσεων να συγκαλούν έκτακτα συνέδρια και συνδιασκέψεις όπου να γίνεται ο έλεγχος και να ασκείται το δικαίωμα στην ανάκληση, όποτε τα μέλη το κρίνουν απαραίτητο.
Συναφής είναι η ανάγκη εναλλαγής των προσώπων στις στελεχικές κομματικές θέσεις. Πρώτο, για να μη δημιουργούνται ανυπέρβλητες «αυθεντίες» και δεύτερο, γιατί το επαναστατικό κόμμα πρέπει να μεριμνά ώστε ολοένα και περισσότερα μέλη του να κατακτούν την επιστήμη και την τέχνη της πολιτικής.
Το έσχατο όριο του 10ου συνεδρίου
Στις παραπάνω θέσεις παρέμεινε ο Λένιν ακόμη και στις πλέον δύσκολες και οξείες εσωκομματικές συγκρούσεις στο 10ο συνέδριο το 1921 μέσα σε μια εξαιρετικά δύσκολη οικονομική και πολιτική κατάσταση της Σοβιετικής Ένωσης, που χαρακτηριζόταν από την ερήμωση μετά τον εμφύλιο και την ξένη επέμβαση αλλά και την ένοπλη εξέγερση ενάντια στη σοβιετική εξουσία[10]. Παρά το γεγονός ότι εισηγήθηκε κάποιες οριακές καταστατικές ρυθμίσεις, τις οποίες όμως ο ίδιος ονομάτισε «έσχατο μέτρο»[11], επέμεινε στις θεμελιώδεις αρχές του κόμματος.
Ποιες αρχές λειτουργίας του κόμματος επιβεβαιώθηκαν και στο 10ο συνέδριο; Επιβεβαιώθηκε η αρχή της εκλογής όλων των καθοδηγητικών στελεχών και επίσης η πλατιά δημοσιότητα και ελεύθερη ανταλλαγή των απόψεων εντός του κόμματος. Για το σκοπό αυτό εξάλλου το κόμμα, συνέχισε να πραγματοποιεί συνέδριο μια φορά το χρόνο (όπως προέβλεπε το καταστατικό του αλλά και η καθιερωμένη πρακτική) και μάλιστα σε πολύ δύσκολες συνθήκες πολέμου, οικονομικής καταστροφής κλπ[12].
Οι αποφάσεις του 10ου συνεδρίου όριζαν ότι η ανταλλαγή απόψεων και η δημοσίευση των διαφορετικών προσεγγίσεων έπρεπε να συνεχιστεί τόσο μέσα από τον κομματικό τύπο όσο και με ειδικές εκδόσεις: «Το συνέδριο αναθέτει στην ΚΕ του Κόμματος να εφαρμόσει με τον πιο αυστηρό τρόπο αυτές τις αποφάσεις και ταυτόχρονα τονίζει ότι σε ειδικές εκδόσεις, συλλογές κλπ. μπορεί και πρέπει να παραχωρηθεί θέση για μια πιο λεπτομερή ανταλλαγή γνωμών ανάμεσα στα μέλη του Κόμματος πάνω σε όλα τα ζητήματα που αναφέραμε»[13]. Προτάθηκε από τον Λένιν «να εκδίδεται πιο κανονικά το «Ντισκουσιόνι Λιστόκ» και ειδικές συλλογές»[14]. Μάλιστα, ο ίδιος πρότεινε να απορριφθεί τροπολογία που κατατέθηκε στο 10ο συνέδριο και η οποία περιόριζε την έκδοση τέτοιων εκδόσεων μόνο σε κεντρικό επίπεδο[15]. Μια ένδειξη ότι ήθελε η δημοκρατική συζήτηση να συνεχιστεί είναι και το γεγονός ότι το Μαϊο του 1921, δυο μήνες μετά το 10ο συνέδριο, συγκλήθηκε η 10η έκτακτη πανρωσική κομματική συνδιάσκεψη με κύριο θέμα συζήτησης την οικονομική πολιτική[16].
Ακόμη, ο Λένιν πρότεινε να απορριφθεί άλλη τροπολογία η οποία απαγόρευε οι εσωκομματικές εκλογές να γίνονται με βάση τις πλατφόρμες. «Και αν παρουσιαστεί ένα ζήτημα, λογουχάρη, σαν τη σύναψη της ειρήνης του Μπρεστ; Εγγυάστε ότι τέτοια ζητήματα δεν θα παρουσιαστούν;… Πιθανόν να υποχρεωθούμε τότε να εκλέγουμε με βάση τις πλατφόρμες… Αν όμως οι περιστάσεις προκαλέσουν ριζικές διαφωνίες, μπορεί τάχα να απαγορευτεί να τις παρουσιάσουμε στην κρίση όλου του Κόμματος; Δεν μπορεί!»[17]. Εξάλλου, η ίδια η προσυνεδριακή διαδικασία του 10ου συνεδρίου έγινε με τον τρόπο αυτό. Η κεντρική εφημερίδα του κόμματος είχε εκδώσει σε 250 χιλιάδες αντίτυπα τις θέσεις της «εργατικής αντιπολίτευσης» και με βάση τις παλτφόρμες έγιναν εκλογές για ανάδειξη αντιπροσώπων[18]. Δημοσίευε επίσης άρθρα των βασικών ηγετών του κόμματος οι οποίοι διατύπωναν τις πιο διαφορετικές προσεγγίσεις αλλά και άλλες ειδικές εκδόσεις[19].
Συνεπής στις θέσεις του ο Λένιν πρότεινε την εκλογή προσώπων που στήριζαν τις ομάδες της «εργατικής αντιπολίτευσης» και του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού» στην Κεντρική Επιτροπή του κόμματος. Αναφέρθηκε μάλιστα στο συνέδριο στις διαπραγματεύσεις που έγιναν με τις ομάδες αυτές προκειμένου να καταλήξουν σε συμφωνία. Όταν μάλιστα κάποιοι από αυτούς παραιτήθηκαν από τις θέσεις στις οποίες είχαν εκλεγεί, ο Λένιν πρότεινε στο συνέδριο ψήφισμα βάσει του οποίου δεν αποδεχόταν τις παραιτήσεις[20].
Σε τι συνίσταντο τα στοιχεία που μπορούσαν να αποδειχθούν προβληματικά στην απόφαση που εισηγήθηκε ο Λένιν στο 10ο συνέδριο; Το συνέδριο αποφάσισε τη διάλυση των φραξιών. Τι ήταν οι φράξιες κατά τον Λένιν; Ήταν «ομάδες με ιδιαίτερη πλατφόρμα και με την τάση να κλειστούν ως ένα βαθμό στον εαυτό τους και να δημιουργήσουν μια πειθαρχία της ομάδας τους»[21]. Με τον ορισμό αυτό δεν αναφερόταν στην ύπαρξη ιδεολογικο-πολιτικών τάσεων αλλά εκείνων των τάσεων που διαμόρφωναν δική τους ιδιαίτερη πειθαρχία.
Ανέφερε συγκεκριμένα ότι «τέτοια σημάδια φραξιονισμού παρουσιάστηκαν λ.χ. σε μια από τις κομματικές συνδιασκέψεις της Μόσχας (το Νοέμβρη του 1920) και του Χαρκόβου τόσο από την ομάδα της λεγόμενης «εργατικής αντιπολίτευσης», όσο εν μέρει και από την ομάδα του λεγόμενου «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού»»[22]. Η αναφορά στη συνδιάσκεψη της Μόσχας έχει ιδιαίτερη διευκρινιστική σημασία γιατί εκεί η συνδιάσκεψη χωρίστηκε σε δυο τμήματα που συνεδρίαζαν σε παραπλήσιες αίθουσες[23]. Από τη διατύπωση προκύπτει επίσης ότι δεν ταύτιζε τις ιδεολογικο-πολιτικές πλατφόρμες με τις οργανωμένες και με δική τους πειθαρχία ομάδες – φράξιες.
Η απόφαση που εισηγήθηκε ο Λένιν αφορούσε στην αυτοδιάλυση των οργανωμένων αυτών ομάδων. Είναι προφανές ότι η κατάσταση έτεινε να δημιουργήσει περισσότερα κόμματα σε συσκευασία ενός. Το επαναστατικό κόμμα έτεινε να γίνει ομοσπονδία κομμάτων. Αυτό είχε συνέπειες όχι μόνο στην αποτελεσματικότητα της παρέμβασής του αλλά και στη συνοχή του. Η διάσπαση ήταν προ των πυλών. Είχε επίσης επιπτώσεις στην ποιότητα της συζήτησης και της δημοκρατικής συμμετοχής των μελών. Το κλίμα πόλωσης αλλά και η πειθαρχία των διαφορετικών ομάδων έτειναν να εξαλείψουν τις αποχρώσεις και τον πλούτο των διαφορετικών προσεγγίσεων και αναλύσεων.
Ωστόσο, η απόφαση του 10ου συνεδρίου πήγαινε πέρα από το αυτονόητο, ειδικά για τις συνθήκες της στιγμής, μέτρο της διάλυσης των φραξιών. Έδινε έκτακτες εξουσίες σε ένα σώμα αποτελούμενο από τα μέλη της κεντρικής επιτροπής συν τα αναπληρωματικά μέλη συν τα μέλη της εξελεγκτικής επιτροπής, όλα με ίσο δικαίωμα ψήφου, ώστε να μπορούν να αποφασίζουν με αυξημένη βέβαια πλειοψηφία 2/3 την καθαίρεση έως και τη διαγραφή μέλους της κεντρικής επιτροπής που δεν υλοποιεί τις ανωτέρω αποφάσεις[24].
Το μέτρο αυτό υπερέβαινε τα εσκαμμένα. Στη λογική της οργάνωσης του επαναστατικού κόμματος η κεντρική επιτροπή εκλεγόταν από το συνέδριο και λογοδοτούσε το αργότερο κάθε χρόνο σε αυτό. Επομένως, η ανάκληση ενός μέλους της ή και η διαγραφή του από το κόμμα δεν μπορούσε παρά να είναι αρμοδιότητα του τακτικού ή έκτακτου συνεδρίου. Με την απόφαση αυτή καμπτόταν η θεμελιώδης αυτή αρχή. Ο Λένιν το παραδέχτηκε αυτό και για τούτο τόνισε ότι «το Κόμμα μας ποτέ και πουθενά δεν παραδέχτηκε τίποτε παρόμοιο, δηλ. να έχει η ΚΕ τέτοιο δικαίωμα απέναντι σε μέλος της. Είναι ένα έσχατο μέτρο, που παίρνεται ειδικά από την επίγνωση της κατάστασης… Αυτό είναι το έσχατο μέτρο. Ελπίζω ότι δεν θα το εφαρμόσουμε»[25]. Για τους λόγους αυτούς το έσχατο αυτό μέτρο δεν δημοσιοποιήθηκε. Αυτό έγινε τρία χρόνια αργότερα, τον Ιανουάριο του 1924 με πρόταση του Στάλιν, και αποτέλεσε το βήμα της μονιμοποίησης και επέκτασής του[26].
Στα επόμενα χρόνια, οι κεντρικές επιτροπές των κομμουνιστικών κομμάτων απέκτησαν καταστατικά το δικαίωμα να διαγράφουν μέλη τους και μάλιστα με απλή, και όχι αυξημένη, πλειοψηφία όπως και να προσλαμβάνουν στη σύνθεσή τους μέλη με ίσα δικαιώματα.
Η γραφειοκρατική στρέβλωση
Η ιστορική πορεία του κομμουνιστικού κόμματος στη Σοβιετική Ένωση αλλά, στον ένα ή άλλο βαθμό και των λοιπών κομμάτων της τρίτης διεθνούς έδειξε πως στην πράξη υπήρξε μια απομάκρυνση από το μοντέλο της επαναστατικής, δημοκρατικής οργάνωσης του κόμματος[27]. Η απομάκρυνση αυτή δεν αφορούσε όλα τα κόμματα με τον ίδιο τρόπο ούτε όλες τις ιστορικές περιόδους. Είχε ωστόσο κοινά χαρακτηριστικά και τάσεις.
Το μοντέλο λειτουργίας του κόμματος που επικράτησε ήταν πιο συγκεντρωτικό και από τις αποφάσεις του 10ου συνεδρίου του κομμουνιστικού κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης. Τα επαναστατικά κόμματα ξεπέρασαν το έσχατο όριο του 10ου συνεδρίου. Τόσο στα καταστατικά τους όσο και στην πράξη μετατοπίστηκαν σε μια μορφή δημοκρατίας πιο περιορισμένη. Πολύ συχνά ο συγκεντρωτισμός υπερίσχυε της δημοκρατίας. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη μετατόπιση έπαιξαν, ανάμεσα σε άλλα, οι ιδεολογικές και πολιτιστικές επιρροές της αστικής και μικροαστικής τάξης, οι σκληρές διώξεις των κομμουνιστών από την αστική τάξη, οι ιμπεριαλιστικές παρεμβάσεις και οι πόλεμοι που ωθούσαν αντικειμενικά σε ένα συγκεντρωτικό, μη δημοκρατικό μοντέλο λειτουργίας.
Σταδιακά περιορίστηκε η ιδεολογικο-πολιτική συζήτηση στο εσωτερικό του κόμματος. Υπήρξε μια διασταλτική ερμηνεία της έννοιας της οργανωμένης ομάδας – φράξιας που την ταύτισε με οποιαδήποτε ρεύμα σκέψης εμφανιζόταν και, καμιά φορά, με οποιαδήποτε μεμονωμένη άποψη που δεν συμβάδιζε με αυτές τις ηγετικής ομάδας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε καμιά δημοκρατία και καμιά συζήτηση στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης ή γενικότερα στα κομμουνιστικά κόμματα. Υπήρξαν περίοδοι και κόμματα όπου η κατάσταση ήταν καλύτερη και αλλού που η κατάσταση ήταν χειρότερη. Συνολικά, ωστόσο, η ποιότητα της δημοκρατίας δεν ανταποκρινόταν στον ιστορικό ρόλο του επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης.
Οι μορφές του φαινομένου
Ποιες είναι οι βασικές μορφές με τις οποίες εκφράστηκε το φαινόμενο; Παρατηρήθηκε υποβάθμιση του ρόλου των συνεδρίων και των συνδιασκέψεων. Αραίωσε και καταστατικά ο χρόνος σύγκλησής τους. Από ετήσια τα συνέδρια συνέρχονταν κάθε 4 χρόνια, τη στιγμή μάλιστα που τα μέσα επικοινωνίας και συγκοινωνίας εξελίσσονταν και διευκόλυναν τη συνάντηση ανθρώπων από απομακρυσμένα μέρη. Στην πράξη παραβιάστηκαν συχνά ακόμη και οι καταστατικές προβλέψεις για τακτική σύγκληση.
Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του κομμουνιστικού κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης. Τη δύσκολη προεπαναστατική και μετεπαναστατική περίοδο τα συνέδρια συγκαλούνταν κάθε χρόνο. Ενδιάμεσα συγκαλούνταν πανεθνικές συνδιασκέψεις, οι αντιπρόσωποι των οποίων επίσης εκλέγονταν. Διεξαγόταν έντονος διάλογος ανάμεσα στις διαφορετικές προσεγγίσεις. Από το 1925 και μετά τα συνέδρια αραίωσαν: τα επόμενα έγιναν το 1927, το 1930, το 1934, το 1939, το 1952. Ανάλογα συνέβη με τα συνέδρια της Κομμουνιστικής διεθνούς. Το πρώτο συνέδριο συγκλήθηκε το 1919, το δεύτερο το 1920, το τρίτο το 1921, το τέταρτο το 1922. Το πέμπτο όμως συγκλήθηκε το 1924, το έκτο το 1928 και το έβδομο το 1935[28].
Από την άλλη οι ηγεσίες των κομμάτων είχαν συνήθως τη δυνατότητα να διαμορφώνουν τη σύνθεση των συνεδρίων και συνδιασκέψεων αφού καθόριζαν τον τρόπο εκλογής των αντιπροσώπων (εκλογικό σύστημα, προτάσεις υποψηφιοτήτων, κλίμα της σχετικής συζήτησης κλπ)[29].
Άλλες φορές οι αποφάσεις της ηγεσίας βρίσκονταν σε προφανή δυσαρμονία με την εκφρασμένη βούληση των μελών, όπως για παράδειγμα η απόφαση του πολιτικού γραφείου του ΚΚΕ να επικυρώσει τη συμφωνία του Λιβάνου. Τούτο έγινε παρά το γεγονός ότι η αντιπροσωπεία του κόμματος στο Λίβανο είχε παραβιάσει τις οδηγίες που είχε αλλά και παρά το γεγονός ότι οι κομματικές οργανώσεις είχαν έντονα ταχθεί ενάντια στην επικύρωσή της[30].
Η δυνατότητα ανάκλησης μελών της κεντρικής επιτροπής και των άλλων οργάνων που εκλέγονταν ανάμεσα στα συνέδρια και στις συνδιασκέψεις πρακτικά εκμηδενίστηκε. Δυνατότητα ανάκλησης σημαίνει ότι από τα κάτω τα μέλη μπορούν ανά πάσα στιγμή να συγκαλέσουν έκτακτες διαδικασίες με σκοπό την ανάκληση ενός, περισσότερων ή όλων των μελών ενός καθοδηγητικού οργάνου. Η έκτακτη σύγκληση συνεδρίων ή συνδιασκέψεων από τα κάτω παρέμεινε κατά κανόνα δικαίωμα στα χαρτιά. Ο έλεγχος προς την κεντρική επιτροπή και στα όργανα έγινε σε μεγάλο βαθμό τυπικός αφού τα μέλη συνήθως δεν είχαν την πληροφόρηση για τις διαφορετικές απόψεις, θέσεις ή και για τη στάση των μελών της, ώστε να κρίνουν με βάση όλα τα δεδομένα.
Η έννοια της φράξιας διευρύνθηκε τόσο πολύ ώστε να ταυτιστεί συχνά με τις διαφορετικές απόψεις ή ρεύματα απόψεων. Υπήρξε συχνά επιλεκτική ερμηνεία και εφαρμογή ανάλογα με τις επιδιώξεις της ηγεσίας ή μέρους της ηγεσίας. Τα μέλη των κομμάτων δεν είχαν το σύνολο των δεδομένων για να κρίνουν σχετικά.
Η κεντρική επιτροπή ανέλαβε περισσότερες εξουσίες και αρμοδιότητες. Γενικότερα η εξουσία εντός του κόμματος γλίστρησε προς την κεντρική επιτροπή και στη συνέχεια από αυτήν προς το πολιτικό γραφείο και προς το γραμματέα. Για παράδειγμα, θεωρήθηκε λογικό να προβαίνει ο γραμματέας της κεντρικής επιτροπής σε αυθεντική ερμηνεία του προγράμματος του κόμματος και να αλλάζει συχνά το περιεχόμενό του, σε πλήρη αντίθεση με τη λενινιστική θέση ότι μόνο το συνέδριο μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο[31]. Στην πράξη, η κεντρική επιτροπή (ή μόνο το πολιτικό γραφείο, ή κάποια πλειοψηφία του ή μόνο ο γραμματέας) είχαν τη δυνατότητα να διαγράφουν από την κεντρική επιτροπή, να διορίζουν νέα μέλη ή ακόμη και να διαμορφώνουν τους όρους στα συνέδρια ώστε να εκλεγεί η δική τους πρόταση για τη νέα κεντρική επιτροπή.
Η ιδεολογικο-πολιτική συζήτηση στα ηγετικά όργανα αλλά και συνολικά στο κόμμα έπαψε σε ένα βαθμό να γίνεται με ανοιχτούς όρους. Η αλλαγή πολιτικής γραμμής γινόταν συχνά με τη μέθοδο της διολίσθησης. Το κομματικό δυναμικό χειραγωγούνταν με αυτόν τον τρόπο σε μια νέα πολιτική θέση αντί να γίνει ανοιχτή συζήτηση και αντίκρουση των παλαιών και νέων θέσεων[32] ή αντί να γίνει ανοιχτή παραδοχή μιας προηγούμενης λαθεμένης επιλογής[33].
Οι βασικές αιτίες
Οι βασικότερες αιτίες εμφάνισης και εδραίωσης των φαινομένων αυτών πρέπει να αναζητηθούν στην ίδια την κοινωνική πραγματικότητα: στις καπιταλιστικές κοινωνικο-οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές συνθήκες, στην κληρονομιά ταξικών κοινωνιών υποδούλωσης των ανθρώπων και κυριαρχίας του ιδεαλισμού και της αμάθειας. Παράλληλα, ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας, που χαρακτηρίζει και το καπιταλιστικό σύστημα αποτελεί το αντικειμενικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο αναπτύσσεται η τάση απομάκρυνσης των αντιπροσώπων από τους αντιπροσωπευόμενους, της ηγεσίας από τη βάση.
Ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας είναι η αιτία που η πολιτική, η διαχείριση των κοινών αποτελεί μια ξεχωριστή δραστηριότητα. Αυτό αναγκαστικά ισχύει και για την εργατική τάξη και το επαναστατικό κόμμα της. Ο καταμερισμός είναι αποτέλεσμα της ανάγκης αφού όλοι οι άνθρωποι δεν έχουν το χρόνο, τα μέσα, το επίπεδο γνώσεων και συνείδησης για να συμμετέχουν ολοκληρωτικά στην (επαναστατική) πολιτική. Εκ των πραγμάτων αναπτύσσεται η τάση διαχωρισμού των επαγγελματικά ή με συστηματικό τρόπο ασχολούμενων με την πολιτική από τους υπόλοιπους που ασχολούνται περιστασιακά. Δεν πρόκειται για ζήτημα κακόβουλων προθέσεων (μπορεί να είναι και τέτοιο) αλλά για αντικειμενικό δεδομένο.
Το αντικειμενικό αυτό δεδομένο εξακολουθεί να υπάρχει και στη σοσιαλιστική κοινωνία, αν και βέβαια εκεί διαμορφώνονται πολύ καλύτεροι όροι για τη συμμετοχή του λαού και των κομματικών μελών στην πολιτική. Ο καταμερισμός της εργασίας είναι όμως ακόμη αναγκαίος, ή για την ακρίβεια, δεν μπορεί ακόμη να ξεπεραστεί. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο σε ένα προχωρημένο στάδιο ανάπτυξης της κοινωνίας που γενικότερα ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας θα μπορεί να ξεπεραστεί, δηλαδή σε εκείνο το στάδιο που οι κλασικοί του μαρξισμού ονόμασαν κομμουνισμό.
Το ζητούμενο για το επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης είναι να λαμβάνει διαρκώς όλα εκείνα τα αναγκαία μέτρα που, παίρνοντας υπόψη τον καταμερισμό εργασίας, θα τείνουν να ξεπεράσουν τα προβλήματα που ανακύπτουν από αυτόν. Κι αυτό γιατί η επιδίωξη είναι η εργατική τάξη και πρωτίστως το πιο συνειδητοποιημένο τμήμα της να κατακτά, μέρα με τη μέρα, πιο συνειδητή και ουσιαστική συμμετοχή στην κοινωνική αλλαγή.
Από την αντικειμενική πραγματικότητα που προαναφέρθηκε προκύπτουν διαφοροποιήσεις υποκειμενικές. Ακόμη και τα μέλη ενός κόμματος χαρακτηρίζονται από διαφορετική ταξική και κοινωνική θέση αλλά και από πολύ διαφορετικό επίπεδο συνείδησης, γνώσης και πολιτισμού. Έτσι, ούτε μπορούν ούτε θέλουν όλοι να διαχειριστούν τα προβλήματα της επαναστατικής πολιτικής. Εκ των πραγμάτων τα πρόσωπα που απαρτίζουν την ηγεσία ενός κόμματος συγκεντρώνουν περαιτέρω εμπειρία, γνώση, πληροφόρηση. Το γεγονός αυτό μεγαλώνει την απόσταση από τα λοιπά μέλη του κόμματος. Πρέπει γι’ αυτό να καταβάλλεται συστηματική προσπάθεια ώστε να μειώνεται η απόσταση αυτή και να αποκτούν τα μέλη τις ικανότητες εκείνες που θα τους επιτρέπουν να ανεβάζουν το επίπεδο συνείδησης και συμμετοχής.
Καρπός αυτής της αντικειμενικής απόστασης είναι η άποψη που συχνά υφέρπει ή καμιά φορά υιοθετείται και ανοιχτά ότι «η ηγεσία ξέρει καλύτερα». Η αντίληψη αυτή εμφανίζεται και στους «πάνω» και στους «κάτω». Από εδώ προκύπτει η τάση ανάθεσης επίλυσης των σημαντικών πολιτικών προβλημάτων στην ηγεσία ή η τυφλή εμπιστοσύνη που αναπτύσσεται ενίοτε ότι οι λύσεις που αυτή προτείνει είναι οπωσδήποτε οι ορθότερες. Από εδώ πηγάζει και η δυσπιστία της ηγεσίας προς τα μέλη, ο φόβος της να τους εμπιστευθεί τις διαφορετικές προσεγγίσεις, τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της ή άλλη σημαντική πληροφόρηση.
Πράγματι, η ηγεσία μπορεί να έχει κατά κανόνα υψηλότερο επίπεδο γνώσης, πληροφόρησης, δράσης. Όμως όλα αυτά είναι ατελή και χρειάζεται να μπολιάζονται με τη γνώση, την εμπειρία και την δραστηριότητα όσο το δυνατό περισσότερων ανθρώπων. Μόνο έτσι η επιστημονική ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης μπορεί να βρεθεί εγγύτερα στην αλήθεια. Αλλά ακόμη και αν δεν χρειάζονταν η εμπειρία των πολλών, πάλι θα έπρεπε οι τελευταίοι να γίνονται συμμέτοχοι στις αναλύσεις και αποφάσεις προκειμένου να εκπαιδεύονται στην επιστήμη και τέχνη της επαναστατικής πολιτικής, να ανεβαίνει έτσι το επίπεδο συνείδησής τους και να καθίστανται ολοένα και ικανότεροι να ασκούν πολιτική και να τείνουν να υπερβούν την απόσταση ηγεσίας και βάσης.
Η ιδιαίτερη θέση της ηγεσίας μπορεί πάντοτε να ωθεί στη συνειδητή ή και μη συνειδητή υπεράσπιση του ιδιαίτερου κύρους της, των μικροσυμφερόντων της, της ιδιαίτερης κοινωνικής της θέσης. Ενίοτε, σε συνθήκες πολιτικής ομαλότητας και κοινοβουλευτισμού ενδέχεται τα συμφέροντα αυτά να είναι μεγαλύτερης κλίμακας, όπως για παράδειγμα συνέβη με το Ιταλικό ΚΚ το οποίο παρείχε στους βουλευτές και άλλους εκλεγμένους σε δημόσιες θέσεις τα προνόμια που απέρρεαν από τη θέση τους αυτή. Ακόμη και στα πρώην σοσιαλιστικά κράτη παρατηρήθηκε το φαινόμενο αυτό, όπου τα κομματικά – κρατικά στελέχη απολάμβαναν ιδιαίτερα υψηλών μισθών και άλλων προνομίων[34].
Στα προηγούμενα πρέπει να συνυπολογιστούν η επίδραση της αστικής και μικροαστικής ιδεολογίας και ηθικής. Αυτές είναι αντικειμενικά παρούσες. Κανένας επαναστάτης, και ο πιο πρωτοπόρος, δεν μπορεί να είναι πλήρως απαλλαγμένος από αυτές. Η αντίθετη προσέγγιση είναι ιδεαλιστική.
Επίσης, στην κατεύθυνση απομάκρυνσης από το επαναστατικό δημοκρατικό μοντέλο επέδρασαν οι συνθήκες παρανομίας, πολέμων και ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων που καθιστούσαν εκ των πραγμάτων αναγκαίες μικρότερες ή μεγαλύτερες αποκλίσεις από το πρότυπο αυτό.
Ως αποτέλεσμα, παρατηρήθηκε στα επαναστατικά κόμματα της εργατικής τάξης μια μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδυνάμωση της δημοκρατίας, του ρόλου των μελών, μια μετατόπιση από το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό στο γραφειοκρατικό συγκεντρωτισμό. Η δημοκρατία στα κόμματα αυτά άρχισε να μοιάζει με μια παραλλαγή της τυπικής, αστικής δημοκρατίας. Ακόμη σημειώθηκαν φαινόμενα υπερτίμησης του ρόλου του ηγέτη ή των ηγετών αλλά και αρχηγισμού, παραγοντισμού και προσωπολατρείας, όπως περίπου στα αστικά και μικροαστικά κόμματα. Σημειώθηκαν φαινόμενα μυστικού φραξιονισμού όταν κλίκες της ηγεσίας διαμόρφωναν τους όρους για τον έλεγχο των κομμάτων από τη δική τους αφανή και με δική της πειθαρχία ομάδα.
Σωστές και λαθεμένες λύσεις
Στα προβλήματα αυτά επιχειρήθηκε να δοθούν διάφορες απαντήσεις σε λαθεμένη κατεύθυνση: στην αποδυνάμωση της επαναστατικής δημοκρατίας προτεινόταν η χαλάρωση έως κατάργηση της ενότητας δράσης του κόμματος, της πειθαρχίας, της μη υποταγής της μειοψηφίας στην πλειοψηφία, η αποδοχή φραξιονιστικών ομάδων με τη δική τους πειθαρχία[35].
Η χαλάρωση ή και κατάργηση της ενότητας δράσης ενός επαναστατικού κόμματος (ή οποιουδήποτε κόμματος) σημαίνει στην πραγματικότητα υπονόμευση της ύπαρξής του. Δεν μπορεί να είναι η λύση στο πρόβλημα της δημοκρατίας. Αντίθετα, η ύπαρξη και δράση ενός επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης πρέπει να σημαίνει μια διαρκή προσπάθεια εφαρμογής των επαναστατικών δημοκρατικών αρχών τύπου Παρισινής Κομμούνας, χωρίς βέβαια να αμφισβητείται η ενότητα δράσης. Όσο πιο ουσιαστική είναι η δημοκρατία, τόσο πιο συνειδητή και αποτελεσματική είναι η πειθαρχία και η ενότητα δράσης.
Η εφαρμογή των αρχών αυτών βρίσκει διαρκώς εμπόδια στις καπιταλιστικές κοινωνικο-οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές συνθήκες, στην κληρονομιά ταξικών κοινωνιών υποδούλωσης των ανθρώπων και κυριαρχίας του ιδεαλισμού και της αμάθειας αλλά και στον ίδιο τον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας που συνέχεια θα υπονομεύουν το εγχείρημα αυτό. Πρόκειται για μια εξαιρετικά δύσκολη αλλά αναγκαία προσπάθεια. Ο στόχος πρέπει να είναι τα μέλη ενός τέτοιου κόμματος να γίνονται ολοένα και περισσότερο, ολοένα και πιο ουσιαστικοί συμμέτοχοι στη χάραξη και εφαρμογή της επαναστατικής πολιτικής. Πρέπει να λαμβάνονται μέτρα που να εξουδετερώνουν την τάση ανάθεσης στην όποια ηγεσία[36].
Η αλλαγή της κοινωνίας και μάλιστα εκ βάθρων προϋποθέτει τη συνειδητή συμμετοχή του λαού. Σε πρώτο επίπεδο προϋποθέτει τη συνειδητή συμμετοχή των μελών του επαναστατικού κόμματος. Η επιβολή της βούλησης ακόμη και των πιο φωτισμένων ηγετών και ηγεσιών οδηγεί με βεβαιότητα στην υπονόμευση και στην καταστροφή της επαναστατικής προσπάθειας. Όταν μια λύση δεν είναι ώριμη, δεν μπορεί να εκβιάζεται. Τα βήματα προόδου δεν μπορούν να βασίζονται στον εξαναγκασμό, στην εξαπάτηση, στις πολιτικές ίντριγκες, στις αφανείς συναλλαγές. Τα μέσα αυτά χαρακτηρίζουν την αστική και μικροαστική πολιτική. Δεν πρέπει και δεν μπορεί να σημαδεύουν τα επαναστατικά εργατικά κόμματα, αν και σε ένα βαθμό μια τέτοια αρνητική επίδραση είναι αναπόφευκτη. Σε αντίθεση με τέτοιες πρακτικές ο Λένιν διατύπωνε πάντοτε με ειλικρίνεια και καθαρότητα τις θέσεις του[37].
Προέτρεπε επίσης τους ηγέτες του κόμματος να συμπεριφέρονται να ενεργούν με πραότητα και νηφαλιότητα στις εσωκομματικές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις[38]. Η αγένεια, η έλλειψη συντροφικότητας, η υπερβολική αυτοπεποίθηση, το μένος, οι διοικητικοί και αυταρχικοί τρόποι είναι στοιχεία που δεν ταιριάζουν στις λειτουργίες ενός επαναστατικού κόμματος. Πρέπει να καταπολεμιούνται και να αποφεύγονται. Είναι χαρακτηριστικές οι σχετικές κρίσεις του Λένιν για τον Στάλιν, τον Τρότσκι και τον Πιατακόφ[39].
Οι μικροαστικές επιδράσεις βέβαια θα είναι πάντοτε παρούσες, ακόμη και στις συνθήκες μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας. Το ζητούμενο για ένα επαναστατικό κόμμα είναι να διαφυλάξει, μέσω της εφαρμογής των επαναστατικών δημοκρατικών αρχών τύπου Παρισινής Κομμούνας, τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του και να μην επιτρέψει οι μικροαστικές επιδράσεις να γίνουν κυρίαρχες αλλά αντίθετα να προσελκύει ολοένα και περισσότερους στην ουσιαστική διαχείριση των πολιτικών πραγμάτων.
Μόνο έτσι μπορεί να διαφυλάξει τον επαναστατικό, εργατικό χαρακτήρα του και μόνο έτσι μπορεί να επιδράσει -ως πρωτοπόρος καθοδηγητική δύναμη της κοινωνίας- ώστε α. στις συνθήκες του καπιταλισμού να προάγει τη συνείδηση της εργατικής τάξης, να την προετοιμάζει έμπρακτα για τη χειραφέτησή της και β. στις μετεπαναστατικές συνθήκες να συνεχίσει το έργο αυτό, να διαφυλάξει και προάγει τον εργατικό, σοσιαλιστικό χαρακτήρα του κράτους, να προσελκύει ολοένα περισσότερους εργαζόμενους, ολοένα με πιο ποιοτικό και ουσιαστικό τρόπο, στη διαχείριση των υποθέσεών τους[40].
Η ιστορική εμπειρία του 20ού αιώνα έδειξε ότι η σταδιακή αποδυνάμωση της δημοκρατίας στα σοσιαλιστικά κράτη συνέβαλε στη γραφειοκρατική τους εκτροπή. Τα φαινόμενα αυτά οδήγησαν τελικά στον εκφυλισμό του επαναστατικού εγχειρήματος και στην καπιταλιστική παλινόρθωση. Μόνο αν το κόμμα της εργατικής τάξης διατηρήσει και αναπτύξει παραπέρα την επαναστατική, δημοκρατική, εργατική του φυσιογνωμία μπορεί να αποτρέψει τέτοιες αρνητικές εξελίξεις. Για την αναγέννηση, επομένως, της προσπάθειας απελευθέρωσης της εργατικής τάξης και των εργαζομένων από την εκμετάλλευση και την καταπίεση απαιτείται επιστροφή στον λενινισμό, στις αρχές της Παρισινής Κομμούνας, αποκάθαρση από τη γραφειοκρατική – μικροαστική σκουριά. Τιτάνιο ή μάλλον σισύφειο καθήκον. Και όμως, γνήσια ανθρώπινο και ωραίο.
[1] Βλ. Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2000 και Β.Ι.Λένιν, «Κράτος και επανάσταση», Άπαντα, τ. 33, ιδίως σελ. 75 επ. και του ίδιου, «Για τους μισθούς των ανώτατων δημόσιων και ιδιωτικών υπαλλήλων», Άπαντα, τ. 35, σελ. 105 και του ίδιου, «Εισήγηση για το δικαίωμα ανάκλησης στη συνεδρίαση της ΠΚΕΕ, 21 του Νοέμβρη 1917», Άπαντα, τ. 35, σελ. 109-111 και Γ. Ρούσης, Ο Λένιν για τη γραφειοκρατία, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1985, ιδίως σελ. 123 επ.
[2] Βλ. ήδη το καταστατικό της Α’ Διεθνούς και ιδίως τα άρθρα 3, 4 και 12, Κ. Μαρξ, «Γενικό καταστατικό της Διεθνούς Ένωσης των εργατών», στο Κ. Μαρξ – Φ. Ένγκελς, Διαλεχτά έργα, τ. 1, εκδ. της ΚΕ του ΚΚΕ, χ.χρ., σελ. 452 επ.
[3] Βλ. τη συλλογή Β.Ι.Λένιν, Για το προλεταριακό κόμμα νέου τύπου, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1976 αλλά και τις ενστάσεις της Ρ. Λούξεμπουργκ, Σοσιαλισμός και δημοκρατία, Αθήνα, εκδ. Κοροντζή, χ.χρ.
[4] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Γράμμα σε σύντροφο για τα οργανωτικά μας καθήκοντα», Άπαντα, τ. 7, σελ. 11, όπου διακρίνεται η μέριμνα του Λένιν να λαμβάνονται υπόψη οι γνώμες όλων των μελών του κόμματος ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες της παρανομίας.
[5] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Τι να κάνουμε», Άπαντα, τ. 6, σελ. 140-141.
[6] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Γράμμα προς τη σύνταξη της Ίσκρα», Άπαντα, τ. 8, σελ. 94-96.
[7] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Η σοσιαλδημοκρατία και οι εκλογές στην Πετρούπολη», Άπαντα, τ. 14, σελ. 263-264, 269.
[8] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Τι επιδιώκουμε;», Άπαντα, τ. 9, σελ. 10 και του ίδιου, «Ανακοίνωση για το ΙΙΙ συνέδριο του ΣΔΕΚΡ», Άπαντα, τ. 10, σελ. 208-209 όπου κάνει λόγο για «ανάγκη να εξασφαλιστούν καταστατικά τα δικαιώματα κάθε μειοψηφίας», «εγγυήσεις των δικαιωμάτων κάθε μειοψηφίας».
[9] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Έκκληση στο κόμμα των αντιπροσώπων του ενωτικού συνεδρίου που ανήκαν στην πρώην ομάδα των μπολσεβίκων», Άπαντα, τ. 12, σελ. 397-398.
[10] Βλ. Ε. Καρρ, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης, Αθήνα, εκδ. Υποδομή, 1977, τ. 1, σελ. 267.
[11] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ συνέδριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπαντα, τ. 43, σελ. 92, 108.
[12] Βλ. Ε. Καρρ, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης, οπ.π., σελ. 256.
[13] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ συνέδριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπαντα, τ. 43, σελ. 97.
[14] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ συνέδριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπαντα, τ. 43, σελ. 91.
[15] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ συνέδριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπαντα, τ. 43, σελ. 115.
[16] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Χ Πανρωσική συνδιάσκεψη του ΚΚΡ (μπ)», Άπαντα, τ. 43, σελ. 295 επ.
[17] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ συνέδριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπαντα, τ. 43, σελ. 112.
[18] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ συνέδριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπαντα, τ. 43, σελ. 105-106.
[19] Βλ. Ε. Καρρ, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης, οπ.π., σελ. 264.
[20] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ συνέδριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπαντα, τ. 43, σελ. 108, 111.
[21] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ συνέδριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπαντα, τ. 43, σελ. 89.
[22] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ συνέδριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπαντα, τ. 43, σελ. 89.
[23] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Λόγος στη σύσκεψη των κομματικών στελεχών της πόλης Μόσχας. 24 του Φλεβάρη 1921», Άπαντα, τ. 42, σελ. 350.
[24] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ συνέδριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπαντα, τ. 43, σελ. 92.
[25] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ συνέδριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπαντα, τ. 43, σελ. 109. Βλ. και Τζ. Προκάτσι, Το κομμουνιστικό κόμμα στη Σοβιετική Ένωση 1917-1945, Αθήνα, εκδ. Οδυσσέας, 1975, σελ. 55 επ.
[26] Βλ. Ε. Καρρ, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης, οπ.π., σελ. 269 υποσημ. 33.
[27] Βλ. Σ. Μπετελέμ, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ, τ. 1 (1917-1923), Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 1974, σελ. 288 επ., 298 επ., 395 και A. di Bagio, Democrazia e centralismo, Milano, 1978, σελ. 23, 25.
[28] Βλ. Β. Λιόσης, Τα κοινωνικοπολιτικά μέτωπα στην Τρίτη Κομμουνιστική Διεθνή, Αθήνα, εκδ. ΚΨΜ, 2014, σελ. 336 επ.
[29] Βλ. για παράδειγμα το καταστατικό του ΚΚ Σοβιετικής Ένωσης, Statuts du Parti Communiste de l’ Union Soviétique, Moscou, éd. Agence de presse Novosti, 1986, σελ. 15.
[30] Βλ. Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, Α’ τόμος 1918-1949, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή1995, σελ. 467.
[31] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το Χ συνέδριο του ΚΚΡ (μπ)», Άπαντα, τ. 43, σελ. 103.
[32] Βλ. για παράδειγμα Β. Λιόσης, Ιμπεριαλισμός και εξάρτηση, Αθήνα, εκδ. ΚΨΜ, 2012, σελ. 242 επ.
[33] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Ο αριστερισμός, παιδική αρρώστια του κομμουνισμού», Άπαντα, τ. 41, σελ. 41 όπου κάνει λόγο για την ανάγκη ανοιχτής αναγνώρισης των λαθών.
[34] Βλ. Ε. Μαντέλ, Εξουσία και χρήμα (μαρξιστική θεωρία της γραφειοκρατίας), Αθήνα, εκδ. Πρωτοποριακή βιβλιοθήκη, 1994, σελ. 112 επ. και Μ. Μάρκοβιτς, Αυτοδιαχείριση, Αθήνα, εκδ. Επίκουρος, 1975, σελ. 51 και Α. Βλάχου – Π. Μαυροκέφαλος, Ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της Κίνας, Αθήνα, εκδ. Ίδρυμα Μεσογειακών Μελετών, 1989, σελ. 169-170 και P. Trolliet, La Chine et son économie, Paris, Armand Colin, 1981, σελ. 264 και P. Rousset, Le parti communiste vietnamien, Paris, Maspero, 1975, σελ. 336, 338
[35] Βλ. ενδεικτικά τέτοιες προσεγγίσεις σε Ε. Φίσερ, Η επανάσταση είναι αλλιώς, Αθήνα, εκδ. Γλάρος, 1975, σελ. 52 και Δ. Κατσορίδας, «Η άποψη του Λένιν για την οικοδόμηση του κόμματος νέου τύπου», Θέσεις, τευχ. 90, 2005.
[36] Βλ. Μ. Σπουρδαλάκης, Για τη θεωρία και τη μελέτη των πολιτικών κομμάτων, Αθήνα, εκδ. Εξάντας, 1990, 172 επ.
[37] Βλ. για παράδειγμα Β.Ι.Λένιν, «Γράμμα προς τα μέλη της ΚΕ», Άπαντα, τ. 8, σελ. 496 όπου υπογραμμίζει πως «όσο ήμουν στο Συμβούλιο δεν μπορούσα να μη ψηφίζω σύμφωνα με τις πεποιθήσεις μου».
[38] Βλ. ενδεικτικά Β.Ι.Λένιν, «Γράμμα προς τη σύνταξη της Ίσκρα», Άπαντα, τ. 8, σελ. 93.
[39] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Γράμμα προς το Συνέδριο», Άπαντα, τ. 45, σελ. 345-346.
[40] Βλ. ενδεικτικούς προβληματισμούς J.-C. Guanche, “La participación ciudadana en el Estado cubano”, Temas, no 70, 2012, σελ. 69 επ. και O. W. Naranjo Saavedra – R. Silva Zaldivar, “La participación ciudadana en el estado cubano según Guanche”, Revista Caribeña de Ciencias Sociales, sept 2013, http://caribena.eumed.net.
*επ. καθηγητή θεωρίας κράτους και δικαίου, Πάντειο Πανεπιστήμιο
(Υπό δημοσίευση στο περ. Μαρξιστική Σκέψη)
Πηγή:kordatos.org